Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Η "αντοχή των υλικών" του Θ. Καλαμπούκα (σημείωμα του Τάσου Φάλκου)



Μερικοί άνθρωποι θαρρείς ότι γεννήθηκαν σοβαροί, θέλω να πω ότι δεν κάνουν βιαστικές ενέργειες για τις οποίες έπειτα θα μετανιώσουν, δεν υπερβάλλουν τις δυνάμεις τους και ασκούν αυστηρή κριτική στον εαυτό τους. Κάποτε όμως -σπάνια- η κριτική αυτή αποβαίνει ένα είδος τροχοπέδης, χρήσιμης βέβαια για την τελείωση ενός έργου, υπερβολική όμως όταν παραλύει τελικά τη δημιουργία.
Όταν πριν από χρόνια ήρθα σ' επαφή με τα ποιήματα του Θ. Καλαμπούκα και πληροφορήθηκα ότι δεν είχε δημοσιεύσει τίποτε -θα ήταν τότε υποθέτω σαραντάρης- προσπάθησα κι εγώ να τον πείσω να σταματήσει την μόνιμα, όπως διαπίστωσα, αρνητική στάση του απέναντι στο έργο του, που για τον λόγο αυτό είναι και περιορισμένο σε έκταση.
Για χρόνια δεν είχα καμιά επιτυχία. Έφτασε να μου πει ειρωνικά: "αν όπως λες σου αρέσουν, πάρτ' τα και δημοσίευσέ τα με το όνομά σου". Όχι πως δεν ήξερε τις αρετές αυτών που είχε γράψει, αλλά έβαζε τον πήχη πολύ ψηλά. Αλλά το επιθυμητό πάντα απέχει απ' το πραγματικό. Αυτό συμβαίνει με όλους μας. Μα πρέπει κάποτε να κατεβεί κανείς στον στίβο.
Χαίρομαι που σήμερα ο Θ. Καλαμπούκας, έστω με καθυστέρηση πολλών ετών, προσθέτει τους πυκνότατους στίχους του και την ιδιαίτερη φωνή του στην ελληνική πολυφωνία".

Τάσος Φάλκος
Λογοτέχνης - Καθηγητής φιλοσοφίας

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Τάσος Φάλκος, “Σχεδιάσματα με φως”, εκδ. Ζήτρος, 2005 (Κριτική: Πέτρος Γκολίτσης)


Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΣΤΟΝ Τ. ΦΑΛΚΟ (Απόπειρα προσέγγισης)

http://www.poiein.gr/archives/11421/index.html

Το φως είναι μια έννοια που απασχολεί βαθύτατα τον Φάλκο. Ο ομηρικός πολεμιστής απεχθάνεται το σκότος και ζητάει από τον θεό να διαλύσει το νέφος που τους είχε τυλίξει, εν δε φάει και όλεσον, κι ας πεθάνω μέσα στο φως!.. Η φράση αυτή κατά τον Φάλκο εκφράζει την καθαρότητα και την ανάγκη για σαφήνεια που αισθάνεται ο αρχαίος Έλληνας. Το θέμα βέβαια είναι απέραντο, και οι φιλοδοξίες κάθε μελετητή δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένες. Εδώ θα επικεντρωθώ κυρίως -όχι όμως αποκλειστικά- στα “Σχεδιάσματα με φως”, όπου φαίνεται ότι έκανε μια συγκεντρωτική προσπάθεια να καταγράψει τις θεωρήσεις του, ποιητικές και φιλοσοφικές, χωρίς βέβαια να θεωρεί πως έκλεισε το θέμα, ακόμα και για τον εαυτό του, γιʼ αυτό -και όχι από μετριοφροσύνη- αποκαλεί τα ποιήματα της συλλογής «σχεδιάσματα».
Ο ίδιος γράφει στο οπισθόφυλλο του έργου: «Τα Σχεδιάσματα με φως αποτελούν ένα προσχέδιο της ιστορίας του φωτός από την αυγινή ώρα ως την εποχή της τραγικής αλλοίωσής του». Πρόκειται δηλαδή για μια σύνθεση με συγκεκριμένο σχέδιο. Ο Φάλκος ρέπει προς τις ευρύτερες συνθέσεις, που απαιτούν προσεκτικά μελετημένο σχέδιο, αρχιτεκτονική, ισορροπία και ίση κατά το δυνατό αξία των μερών. Τα ποιήματά του, σημαντικά από μόνα τους, αποκτούν μεγαλύτερη απήχηση και αξία, αν διαβαστούν μέσα στο ευρύτερο σχέδιο, του οποίου αποτελούν ένα τμήμα. Είναι όπως τʼ αγάλματα των αετωμάτων και της ζωφόρου των αρχαίων ναών, που είναι αξιόλογα από μόνα τους, αλλά βρίσκουν νέα σημασία και ολοκλήρωση μέσα σʼ ένα σύνολο.
Τα ποιήματα έχουν ενταχθεί σε τρεις ενότητες, που δηλώνουν μια προοδευτική απομάκρυνση από το φως, που στο τέλος, αποκομμένο από τις πηγές που το στήριζαν, καταντά ακατανόητο και κάποτε δολοφονικό, όπως οι μεγάλες ανθρωπιστικές και θρησκευτικές ιδέες, που στα χέρια ανάξιων οπαδών και επιγόνων -«παραχαρακτών», όπως σημειώνει ο Φάλκος- καταντούν απάνθρωπες. Πρόκειται δηλαδή για την τραγωδία του ανθρώπινου πνεύματος.
Στο πρώτο μέρος, Της ήρεμης ζωής, το φως έχει την αρχική, θετική αξία. Είναι το φως τόσο της φυσικής όσο και της πνευματικής, της θρησκευτικής, της καλλιτεχνικής κτλ. ζωής. Είναι λοιπόν το φως των ιδεών, το θεϊκό φως, το φως που εκπέμπει η ομορφιά κτλ. Τα ποιήματα διακρίνονται από μια ευρηματικότητα, μια θαυμαστή εικονοπλασία και μουσικότητα, μια χαρακτηριστικά «φάλκεια» ομορφιά και αποπνέουν μια ευεξία, μια χαρά ζωής, θα έλεγα μια ευτυχία, αλλά και κάποια ελαφρά ειρωνική «αφέλεια», αν λογαριάσουμε τα όσα ακολουθούν. Έντονη είναι και η φιλοσοφική διάθεση (Τοπίο με παιδί): «Ανάμεσα σε δυο σκοτάδια/πλέει καφετιά βαρκούλα/πάνω σε κίτρινο πορτοκαλί/Ο χρόνος το καφέ παιδί/χαίρεται με τη ζωγραφιά του/το γέλιο του φωτίζει τη βαρκούλα».
Με το αρχικό αυτό ποίημα ο Φάλκος αποδίδει φόρο τιμής στον μεγάλο δάσκαλό του, τον Ηράκλειτο: «παις ο αιών, πεσσεύων, παιδός η βασιλείη», ο χρόνος, η αιωνιότητα, είναι ένα παιδί που παίζει κότσια. Η βασιλεία ανήκει στο παιδί. Δίνει στην εικόνα προσωπική, έντονα εικαστική χροιά, υπογραμμίζοντας τα δυο χαοτικά σκοτάδια ανάμεσα στα οποία συντελείται η δημιουργία (και όπου πιθανότατα θα καταλήξει), και με το γέλιο που φωτίζει τη βαρκούλα, μια μελαγχολικά «αισιόδοξη» νότα μέσα στο τραγικό…
Το φως είναι αυτό που δίνει τη δυνατότητα στα όντα να υπάρξουν (Νησιά): «Υπάρχουνε στο πέλαγος νησιά/θαμμένα κάτω από γαλάζιους όγκους/Και στην καρδιά βομβούν πουλιά/μέσα σε κρύπτες βαθυκόκκινες κλεισμένα/Μάταια προσπαθούν να βγουν στο φως/να υπάρξουν»
Συγκινητικός και αποκαλυπτικός είναι και όταν μιλάει για τον εαυτό του (Το φως και το νερό): «Νέος αγάπησα το φως/Πώς όμως να το παραβάλω με τʼ ακοίμητο νερό;/Εγώ μες στο νερό γεννήθηκα/κάτω απʼ το σύννεφο και τον αέρα/Και πώς να κατοικήσω μες στο φως;/Θα με συνέτριβε μόνο σε μια στιγμή!/Έτσι λοιπόν κάθομαι εδώ κι αντανακλώ το φως/με τη νερένια ύπαρξή μου».
Στα ποιήματα που παραθέσαμε, αλλά και αλλού, μεταπλάθει δημιουργικά τον Ηράκλειτο, θεωρώντας τον αφετηρία. Έχει σχέση ζωής μαζί του, ενθουσιασμού και έντασης, ενίοτε ταύτισης, αλλά και αντίθεσης, κάποτε έντονης. Είναι φανερό ότι διατηρεί πάντοτε την αυτονομία του και ακολουθεί διαφορετικό δρόμο, με οδηγό την τραγικά διχασμένη σύγχρονη συνείδησή του. Η κύρια αντίθεση του Φάλκου προς τον Ηράκλειτο είναι ηθικής τάξεως, όπως ο ίδιος εξηγεί (Ηράκλειτος, πρόλογος, σ. 16 εξ.):
«Αλλά οι σχέσεις σου με κάποιον που αγαπάς πολύ περνούν συχνά κάποιες δοκιμασίες. Καταλαβαίνω τι εννοεί όταν μου λέει ότι ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων και ότι άλλους τους κάνει ελεύθερους και άλλους δούλους. Ακόμα μια αιώνια αλήθεια. Το κύριο χαρακτηριστικό της ίδιας της ζωής είναι η αλληλοκαταβρόχθιση […] Αλλά αυτοί που έζησαν στα τρυφερά τους χρόνια τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κι έπειτα τον εμφύλιο, αυτοί που έμαθαν για τη Μικρασία και την εξόντωση των Αρμενίων, αυτοί που έζησαν τον πόλεμο του Βιετνάμ και όσους άλλους άθλιους «πολέμους» σχεδιάστηκαν στον βρομερό αιώνα μας, τον αθλιότερο κατά τη γνώμη μου όλων των εποχών, αισθάνονται μια μύχια αηδία για την αρχή αυτή του καθολικού πολέμου κι αγανακτούν μʼ όσους τη δέχονται παθητικά, έστω ηρωικά.» Και ο Φάλκος λέει παρακάτω (σσ. 19-20):
«Περνούν τα χρόνια, γέρασα σχεδόν, και ο Ηράκλειτος πάντα είναι στη σκέψη μου. Το τελευταίο μου γραφτό γιʼ αυτόν επισημαίνει την επιθυμία μου αλλά και την αδυναμία μου να δω πλέον τον κόσμο με τα δικά του μάτια. Η σύγχρονη συνείδηση, και εννοώ τις συνειδήσεις αυτών που δεν αφήνουν απέξω ό,τι διαταράσσει την ησυχία τους, είναι τραγικά διχασμένη (Ηράκλειτος): «[…] Γιε του νερού και της φωτιάς/που σʼ οδηγεί ο κεραυνός,/πάρε τη λύρα και πυρπόλησέ μας/εμάς που πιθηκίζουμε τον άνθρωπο./Δείξε κι ονόμασε ξανά τα πράγματα./Γιατί μόνον εσύ μπορείς/να διώξεις την ολέθρια στάχτη/που συσσωρεύτηκε στα μάτια μας/,εσύ ο αινιγματικός/ο πάναγνος και λυπημένος/που τις φτερούγες σου τις πλήγωσαν/ανίδεοι και παιδιά,/Κύριε της θλίψης και της λύτρωσης,/βόηθα κι εμάς τους βυθισμένους/τους ξεκομμένους από τα μεγάλα σχέδια,/εμάς που απʼ έξω το νερό μας πνίγει/ενώ τα σπλάχνα μας τα κατακαίει/θανάσιμη φωτιά».
Σε έναν τέτοιο κόσμο και γιʼ αυτούς που έχουν τέτοια συνείδηση, το αίτημα της δικαιοσύνης είναι κυρίαρχο. Και ο Φάλκος επιμένει να ονειρεύεται ένα φως όπως το απαιτεί η ηθική μας νοσταλγία και ως πιθανή προέκταση της αρμονίας, που ενίοτε προκύπτει εντός μας (Το άλλο φως): «Ονειρευόμουν ένα φως/που θα βυθίζεται βαθιά/στων σπλάχνων τη σιωπή/θα καταυγάζει τις πηγές της θλίψης […] Κι εκείνο θα βαδίζει αργά/με τον ρυθμό του πεπρωμένου/ώσπου να φτάσει εκεί στο κέντρο/εκεί που κρίνονται τα πάντα/φωτίζονται κι εξαργυρώνονται/ή χάνονται κάτω απʼ το βάρος/του φοβερού φωτός».
Πίσω από το φως το κοινό ή το «ψυχολογικό», που μας φωτίζουν πρόσκαιρα και κάπως αμφίβολα, υποτίθεται ότι υπάρχει ένα φως πιο σταθερό, ένα φως «αυθεντικό», αποκαλυπτικό της αλήθειας, που μάταια αναζητούμε, προβολή των βαθύτερων, των πιο αγνών μας πόθων. Εδώ βεβαίως στηρίζεται ολόκληρος ο ιδεαλισμός:
«Το φως του πρωινού, μπαίνοντας από τα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα και τις σπασμένες γρίλιες, κυκλοφορούσε κατά όγκους μέσα στο δωμάτιό του. Τα αντικείμενα τριγύρω του φωτίζονταν με φως διαφορετικής εντάσεως. Άλλοτε έδειχναν χαρούμενα και φιλικά, κι άλλοτε σκυθρωπά και απειλητικά… Είχε μια δύναμη τρομαχτική και απαράδεκτη το φως αυτό. Μπορούσε παίζοντας να μεταβάλλει την ουσία των πραγμάτων! Και τότε πού βρισκόταν η αλήθεια; Δεν μπορεί! Θα ʼπρεπε να υπάρχει, πέρʼ από τούτο το ευκίνητο και φευγαλέο φως, θα ʼπρεπε να υπάρχει κάποιο φως αυθεντικό και σταθερό, που θα ʼδειχνε τα πράγματα στʼ αληθινό τους νόημα και τις σωστές τους διαστάσεις! Μα πού βρισκόταν αυτό το φως;» (Χρον. Δικαίων, σσ. 44-45).
Εκφράζεται δηλαδή το βαθύτατο αίτημα του πάσχοντος και τραγικού ανθρώπου, χωρίς όμως να διακηρύσσεται η πραγματική υπόσταση και η κατάκτηση του φωτός αυτού. Το ίδιο ισχύει και για το «θαύμα» που μάταια αναζητεί μια τέτοια καταπιεσμένη συνείδηση (Προτροπή): «Άντε, βρε Γιάννη, και κουνήσου λίγο!/Σκέψου την πινελιά που τελείωσε το χρώμα/κι αδειάσανε τα σχήματα και πήρε να μαυρίζει…/Άντε, βρε Γιάννη, ξεκουνήσου,/κι η λάσπη θʼ ανεβεί στα μάτια σου/κι αν τύχει κι έρθει ξαφνικά το θαύμα/θα σʼ εμποδίσει να το δεις».
Εδώ παρουσιάζεται κάπως αισιόδοξος, αλλά και με αίσθηση του χιούμορ. Βέβαια και να μη βρει κανείς το «θαύμα», αξίζει να το αναζητήσει με μέσο το λόγο και την τέχνη, καθώς η ίδια η προσπάθεια τον ανταμείβει μεταπλάθοντας το εσωτερικό του τοπίο. Ο τρόπος διατύπωσης «αν τύχει κι έρθει ξαφνικά το θαύμα», σε ξαφνιάζει και σε κάνει να χαμογελάσεις πικρά. Ο Φάλκος δεν πιστεύει πραγματικά ότι «θα έρθει το θαύμα». Αφήνει απλώς μια αόριστη ελπίδα ή -πιο καλά- δεν του πάει η καρδιά να την αποκλείσει…
Θα σταθώ ακόμη στα μεγαλόπρεπα Μετέωρα, με την αίσθηση της αιωνιότητας, αλλά και της ματαιότητας των ανθρώπινων έργων: «Ανάμεσα σε κόκκινο και μπλε/είδα τους γκρίζους γίγαντες/τα πρόσωπα τʼ αφάνισε ο χρόνος/τα χέρια τους -τι να κρατήσουν πια;-/πέσαν και γίναν σκόνη/στέκονται δίπλα-δίπλα/μα πάλι μοναχοί/σάμπως αποτελειώνοντας μια φράση/που πριν να προφερθεί ολόκληρη /έγινε κιόλας άχρηστη» και στο σπαρακτικό και τραγικό ποίημα Το φως και η ρωγμή, με τις τόσες προεκτάσεις, που τοποθετεί τον Φάλκο ανάμεσα και στους θρησκευτικούς ποιητές: «Στην άκρη του [εννοείται του φωτός] ήταν ο Θεός/Ήταν μια εποχή πολέμων και ξεσηκωμών/τα σπίτια και τα δάση κάηκαν/βγαίναν νεκροί κρατώντας άσπρες φλόγες/μια φοβερή υποψία πλανιόταν μες στην κάπνα,/όταν παρουσιάστηκε το ράγισμα/Δεν είδαμε και δεν ακούσαμε κανέναν κρότο/μα είχε γίνει μια ρωγμή//Μετά ησύχασαν τα πράγματα/Χτίσαμε πάλι σπίτια/κι αποσυρθήκαν οι νεκροί/Μα έκτοτε η ρωγμή έγινε πλέον χάσμα/και βρέχει βρέχει καθημερινά/μας κατακλύζει ένα φως ψυχρό/Αυτό το φως δεν ξεκινάει από πουθενά/δεν καταλήγει πουθενά».
Αλλά το ιερό στοιχείο (das heilige, le sacré) που συναντάμε σε πολλά ποιήματα δεν ανήκει φυσικά σε κάποια θρησκεία, παρόλο που ο Φάλκος χρησιμοποιεί τα χριστιανικά στερεότυπα (άγγελοι, φως, κολυμβήθρα κτλ.). Είναι η έκφραση μιας ψυχής γεμάτης σεβασμό προς κάποια πανανθρώπινα οράματα και κάποιες υψηλές αξίες, που διαμόρφωσαν οι αγαθές ψυχές, και που βέβαια πρεσβεύουν λεκτικά μερικές θρησκείες, μα δυστυχώς προδίδουν μόνιμα. («Μια νυχτερίδα ή ένας άγγελος τυφλός / πέταξε στο σκοτάδι»). Τον δικό του «θρησκευτικό» ρόλο ο Φάλκος τον αντιλαμβάνεται σαν έναν ρόλο φύλακα κάποιων υψηλών αξιών, ρόλο που δεν του τον επέβαλε κανείς απʼ έξω, αλλά τον ανέλαβε μόνος του, σύμφωνα με την κλίση της καρδιάς του: «Να φυλάξω το φως επιχείρησα / της καρδιάς εκπληρώνοντας χρέος» (Στο γκρίζο του δρόμου). Γιʼ αυτό και η έννοια του φύλακα είναι κεντρική στο έργο του Φάλκου
Μια ειδική μονογραφία για το θρησκευτικό στοιχείο στον Φάλκο θα ξεκαθάριζε πολλά σημεία, που και για μένα μένουν σκοτεινά. Μια τέτοια μελέτη θα ανίχνευε επιπλέον τις ομοιότητες και τις διαφορές από τον Ρίλκε λ.χ. και τον Ταγκόρ, δυο ποιητές που αγαπά πολύ, αλλά και από τους δικούς μας Σικελιανό και Καζαντζάκη, και τους Πεντζίκη και Παπατσώνη.
Προς το τέλος των ποιημάτων της «αισθαντικής ζωής» των Σχεδιασμάτων με φως το κλίμα γίνεται πιο ζοφερό εξαγγέλλοντας την τραγικότητα των δύο άλλων μερών. Θα μνημονεύσουμε το συγκινητικό και σπαρακτικό ποίημα Ο καφές, όπου περιέχεται ολόκληρος σχεδόν ο Φάλκος με την προσωπική του τραγωδία: «Καμιά φορά το βράδυ/η μάνα μου η νεκρή/μου ψήνει τον καφέ παρηγοριάς/για τα όνειρα που θάφτηκαν/«Τι ειρωνεία, λέει/εγώ που αγάπησα το φως/να πρέπει να παρηγορήσω/κάποιον που προτιμά το σκότος!»/«Μητέρα, λέω, βοήθα με/και μη με κατακρίνεις/Κι εγώ τʼ αγάπησα το φως/όμως απελπισμένα.»

Η «διορατική» και η «τραγική ζωή»

Το πιο χαρακτηριστικό γεγονός που διασπά την ενότητα και προκαλεί το εγκόσμιο κακό ή ένα μεγάλο μέρος του, είναι ο εγωισμός, η θέληση για ξεχώρισμα κι επιβολή. «Είναι πολλοί που γλίστρησαν/και πέσανε βαθιά μες στʼ όνειρό τους/καθένας έγινε μονάρχης του εαυτού του/κύκλος αυτόφωτος κι αυτάρκης», διαβάζουμε στους «Κύκλους» των Τριών μαρτυριών (σ. 24). Αυτό υποδηλώνουν τα δύο πρώτα ποιήματα της δεύτερης ενότητας των Σχεδιασμάτων με φως (Τα χρώματα): Τα εφτά χρώματα διάβαιναν αγκαλιασμένα/σαν τις κυράδες κι αδελφές/Μα ξαφνικά χωρίσανε δυο χρώματα/κι είπαν «Εμείς μονάχα είμαστε φως!»
Αλλά η ιδιαιτερότητα του Φάλκου εκδηλώνεται στην περιγραφή της νοθείας του φωτός, της τραγικής αλλοίωσης των μεγάλων ιδεών, όταν πέφτουν -και τελικά πάντα πέφτουν- στα χέρια ανάξιων, άπληστων, φθονερών, κοντόφθαλμων, μικρόψυχων, εγωμανών, νοσηρών, εξουσιαστικών, μεγαλομανών κτλ. ανθρώπων. Γράφει π.χ. για τον χριστιανισμό: «Σε μια θρησκεία αγάπης και φιλίας, όταν αυτή διαδόθηκε αρκετά, εκτός από τις αγαθές ψυχές, που είναι πάντα ελάχιστες, προσχώρησε και πλήθος μισαλλόδοξων φανατικών, που δεν τους ενδιέφερε να πείσουν, αλλά να επιβάλουν μία νέα εξουσία που θα την νέμονταν αυτοί!» (Τουρκές, σ. 235). Ανάλογα θα μπορούσε να γράψει για τον κομμουνισμό, για τη δημοκρατία, που έχει πλήρως παραμορφωθεί («πλουτοκρατία» και «χουντοδημοκρατία» αποκαλεί μερικές από τις φριχτές παραμορφώσεις της), για την ελευθερία, που για τους ισχυρούς σημαίνει υπεράσπιση της δικής τους ασυδοσίας και πλήρη υποδούλωση -οικονομική κτλ.- όλων των άλλων. Με μια επιμονή κι απίστευτη ευρηματικότητα, με μια ανανεωμένη διάθεση και με πρωτόφαντη δύναμη επεξεργάζεται το θέμα της παραχάραξης των μεγάλων ιδεών, της δικαιοσύνης και φιλίας της αρχαίας Ελλάδας, της αγάπης του Χριστού, της δίκαιης κατανομής του πλούτου, της ελευθερίας, της δημοκρατίας κτλ. που θα μπορούσαν να φωτίζουν την ανθρωπότητα. Το βασικό αυτό θέμα, την κύρια τραγωδία του πολιτισμού μας, που δείχνει -κοντά στα άλλα- και την αποτυχία της παιδείας, από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, δεν το έπιασε κανένας μεγάλος ποιητής ή πεζογράφος. Τα δείγματα από την ποίησή που παραθέτω δίνουν απλώς μια γεύση.
Στις δύο τελευταίες ενότητες των Σχεδιασμάτων το θέμα της νοθείας του φωτός γίνεται κυρίαρχο. Εξυπακούεται σχεδόν σʼ όλα τα ποιήματα, αλλά σε μερικά είναι πιο χαρακτηριστικό (Ήλιοι): «Γνωρίζω κάποιους ήλιους/που ξέφυγαν από τις αλυσίδες/και πέσανε βαριά στη λάσπη/που κάψαν με το θειάφι τους /το φιδοκτόνο χόρτο/που σαν μαύρα άλογα πολεμιστών/καλπάζουν μες στις τρύπες τʼ ουρανού».
Οι ήλιοι, οι μεγάλες ιδέες, που διαστράφηκαν στα χέρια παραχαρακτών, και που θα ʼπρεπε να στιγματιστούν και νʼ απομονωθούν με αλυσίδες, αλωνίζουν σε όλο τον διάτρητο κόσμο μας (στις «τρύπες του ουρανού») με ασύλληπτο πολεμικό και καταστροφικό μένος: Κατέκαψαν το «φιδοκτόνο χόρτο», αυτό που θα μας προστάτευε από τα «φίδια».
Οι ευαίσθητοι ηθικά άνθρωποι, αυτοί που έχουν συνείδηση του τι συνέβη στον εικοστό αιώνα και τι εξακολουθεί να συμβαίνει, αυτοί που δεν ξεχωρίζουν εγωιστικά τον εαυτό τους από τους συνανθρώπους τους («και πού ακούστηκε ότι αρκεί η αθωότητα για να είσαι αθώος;», γράφει ο Φάλκος ως προμετωπίδα στις Μαρτυρίες για έναν απόντα φίλο) αισθάνονται βαθιά μια συνενοχή και μια έντονη ντροπή για όσα γίνηκαν και όσα γίνονται συνεχώς. Έτσι τα “Σχεδιάσματα με φως” είναι έργο «ηθικό» με την βαθύτερη σημασία του όρου.
Στην περιοχή αυτή ο Φάλκος έχει τεράστια προεργασία. Μια από τις βασικές φιλοσοφικές μελέτες του αναφέρεται στην αιδώ, τον σεβασμό δηλαδή και τη ντροπή, όπου εξετάζει το θέμα αυτό από φιλοσοφική, κοινωνική, ψυχολογική κτλ. άποψη, ενώ έχει αφιερώσει ένα σημαντικό άρθρο για το «πρόβλημα της ηθικής συνείδησης». Το θέμα εμφανίζεται ώριμο στις Τρεις μαρτυρίες, στα έξι τελευταία ποιήματα, που αποκορυφώνουν το βιβλίο, και θα μπορούσε γιʼ αυτό να ονομαστεί «το βιβλίο των τύψεων».

Μετέωροι και αμφιταλαντευόμενοι, όχι γνώστες αλλά ταυτισμένοι με το τραγικό της θέσης μας -μια τραγικότητα που κουβαλάμε μέσα μας, παρακολουθούμε τον Φάλκο μέχρι την τραγική αλλοίωση του φωτός. Όλες οι προσπάθειές μας να ξεπεράσουμε την «κοινή μας μοίρα» τσακίζονται «πάνω σʼ αυτόν τον μαύρο τοίχο που υψώθηκε στην εποχή του Κάιν ανάμεσα σʼ εμάς και στο Θεό.» Σιγά-σιγά μας φθείρει και μας αφήνει έκθετους «μια ψιλή και σιγανή βροχή […] που επί αιώνες τώρα ξεγύμνωνε τα πράγματα και τʼ άφηνε φτωχά και έρημα» (Οι Δίκαιοι, σ. 47). Είμαστε εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε αόρατους ατσάλινους τοίχους, που επάνω τους συνθλίβεται κάθε μας προσπάθεια, ενώ η συνείδησή μας συνεχώς διευρύνεται και γίνεται ολόκληρη η πλάση, μια «πρησμένη» συνείδηση, όπως θα έλεγε ο Φάλκος, αφού όλα, κακό και καλό, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και δεν μπορούν να διαχωριστούν: «Και πού ακούστηκε ότι αρκεί η αθωότητα για να είσαι αθώος;» (Μαρτυρίες, σ. 7).
Μέσα σε τέτοιες τραγικές συνειδήσεις ακόμα και το φως είναι πηγή υπέρτατης οδύνης. «Το φως με πνίγει», λέει ένας «λυπημένος» (ξγ΄). Και ο «τυφλός οραματιστής» που «έβλεπε μέσα του το φως»: «Κείνη τη μέρα τρόμαξε από πάταγο/κι είδε το φως να σπάζει μέσα του/να γίνεται συντρίμμια».
Η απογοήτευση από το ατελέσφορο του μεταφυσικού φωτός και η οριακή έκφραση της τραγικότητας συναντιούνται και στο ποίημα Μορφή σε μια εκπληκτική έκφραση, που σε αφήνει εκτεθειμένο και εμβρόντητο: «Θάλασσα γκριζοκίτρινη/κι ένας λεπτός αέρας να ριπίζει/Επάνω μας ο ουρανός σιγόκαιγε/με καφετί φωτιά/Κι έβλεπες μια λευκή μορφή/να πέφτει προς τα κάτω».
Μπροστά στην ξαφνική αποκάλυψη της ανθρώπινης κτηνωδίας («τα κτήνη είναι του Θεού, λέει ο Βίκτωρ Ουγκώ, η κτηνωδία είναι των ανθρώπων») ο Πλωτίνος -ένας από τους πιο γοητευμένους απʼ το φως- λέει (εννοείται πως ο Φάλκος τον βάζει να λέει): «Είναι ΑΔΥΝΑΤΟ να θέλω πια το φως». Και ο ίδιος ο Φάλκος, ως Κρυμμένος: «Στέκομαι εδώ κρυμμένος/μισός στο φως μισός μες στο σκοτάδι/Το φως φέρεται σαν ευαίσθητο πουλί/μυγιάγγιχτο και νευρασθενικό/Στα νιάτα του έπαιξε κι απάλυνε/ξεχώρισε και με πολέμησε/με γέμισε ντροπή//Τώρα βαρύνθηκε σιχάθηκε/ζει μέσα στην απόγνωση/κρύβεται μες στις κάμαρες και τα ντουλάπια/στέκεται πάνω στις πληγές/άμα τʼ αγγίξεις θα ουρλιάξει». Είναι εμφανέστατη η απόγνωση και το δράμα -μα περιέργως και η ομορφιά- που αποτυπώνονται σʼ αυτό το ποίημα. Εδώ ο Φάλκος μιλάει «εκ βαθέων». Με ύφος απόλυτα προσωπικό και με εξαίσια «σκηνοθεσία», μας δίνει την προσωπική του ιστορία και ψυχολογία. Το ποίημα αυτό, που μπήκε σκόπιμα ως κατακλείδα των Σχεδιασμάτων, ανήκει ασφαλώς στα δυνατότερα και πιο σπαρακτικά που έγραψε.
Αλλά η παραίτηση, η απραξία, η φυγή δεν είναι το τελικό δίδαγμα, η υποθήκη του Φάλκου. Ήδη στις Μαρτυρίες για έναν απόντα φίλο διαπιστώνει πως εκ των πραγμάτων η απομόνωση στον κόσμο της συμφοράς δεν είναι δυνατή (σσ. 114-5): «Λογάριαζα πολύ/στον χώρο που ξεχώρισα και φύλαξα/Αλλά οι τοίχοι είναι φτενοί και διάφανοι/Σακάτηδες αυτοχειριασμένοι/μου ξεσκεπάζουνε την ένοχη καρδιά τους/Τι να την δω;/Χιλιάδες χρόνια μας βαράει η μπόχα/Τους απωθώ και κλείνω το δωμάτιο/Αλλά εκείνοι μου τινάζουν ακατάπαυστα/τον θάνατο την ενοχή την προδοσία»
Στα “Σχεδιάσματα με φως” ο δίκαιος βέβαια προτίμησε την ερημιά» (ξα΄), αλλά αυτό ισχύει για τις εποχές απόγνωσης και εξουθένωσης, που μπορεί να διαρκέσουν, μα όχι και παντοτινά. Ακόμα και σε περιόδους ύφεσης («κουράστηκες και λύγισες / δεν είσαι από ατσάλι» (οε΄), «έγινα δύσπιστος, σκοτείνιασα πάρα πολύ» (ρε΄), παραμένει μέσα του κάποιο εσωτερικό φως (Ο άλλος, οα΄): «Ενώ σιωπάς μες στη βαθύτερη σιωπή σου/είνʼ ένας άλλος που σκιρτάει βαθιά σου/τινάζεται κι απλώνει γύρω σου τα χέρια/Είνʼ ένας άλλος που ετοιμάζεται/να σε πυροδοτήσει».
Τα “Σχεδιάσματα με φως” δεν κλείνουν με τον «κρυμμένο», αλλά με ένα τελικό ερώτημα: «Εδώ λοιπόν/σʼ αυτή την όχθη/την φαγωμένη από το φως/τη διψασμένη για το φως/ποιος θα διαλύσει την απόφαση του σκότους;»
Το μέγιστο ερώτημα που διατυπώνει ο «τίμιος που δεν εύρισκε αδερφό» (ξα΄), ο τραγικός, ο διχασμένος, ο «κρυμμένος», αυτός που αισθάνεται βαθιά πως ζει σε χώρα «διψασμένη για το φως», αλλά και «φαγωμένη από το φως» -εννοείται το κίβδηλο και καταστροφικό, που πλεονάζει- είναι το αγωνιώδες ερώτημα ύψιστης ευθύνης, με το οποίο κλείνουν τα Σχεδιάσματα με φως: «ποιος θα διαλύσει την απόφαση του σκότους;» Μια ακροτελεύτια πυκνότατη και πολυσήμαντη φράση: Τι οφείλει να πράξει ο έντιμος άνθρωπος απέναντι στην αδιαφορία και την κακότητα των συνανθρώπων του, που μεταξύ των άλλων καταστρέφουν εν γνώσει τους τον πλανήτη γη («η φύση κείτονταν σαν ένα πληγωμένο ζώο», ξα΄), σα νʼ αποφάσισαν ότι το σκότος είναι η μόνη λύση; Αλλά και πώς θα ενισχύσει τις αντιστάσεις του, πώς θα διαμορφώσει το εσωτερικό του τοπίο, απομακρύνοντας την απόφαση να ζει στην «ερημιά», στα «γκρίζα», «σκοτεινός», απελπισμένος και μεμονωμένος; Πώς θα μικρύνει τις «αποστάσεις» απʼ τους άλλους και πώς θα σημασιοδοτήσει ξανά τη ζωή του;

βλ. και ΠΟΙΕΙΝ:
http://www.poiein.gr/archives/11421/index.html

Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

“Η Ιστορία ενός Ανθρώπου” του Σπύρου Αραβανή


Πρελούδιο:
Ήταν ένας άνθρωπος που περπατούσε
πάντοτε σκυμμένος
μέρες, μήνες, χρόνια.

O πίνακας του Kevin Mortensen, Man walking, Watercolour on paper 74×51cm, 1994, συνομιλεί με τα ποιήματα του Σπύρου Αραβανή δημιουργικά. Τα ανοίγει περαιτέρω, διατηρώντας την πυκνότητα και τη μετά τη θλίψη στοχαστικότητα τους, συνοψίζοντας εξαιρετικά τη ψυχοσύνθεση και τον ποιητικό τρόπο του ποιητή στοχαστή Σ.Αραβανή.
Μετά το μερικώς άστοχο early-blue-period Picasso εξώφυλλο της πρώτης του ποιητικής συλλογής (”Η ανοσία της άγνοιας”) ο Αραβανής εδώ συνδιαλέγεται με τα εικαστικά στρέφοντας τις αποχρώσεις τους υπέρ της αποκάλυψης κι άλλων σημαντικών πτυχών του.
Ο συγκεκριμένος πίνακας Man walking μου δίνει την εντύπωση ενός σκυμμένου βαδιζομανή Goya (στο Πρελούδιο διαβάζουμε: “Ήταν ένας άνθρωπος που περπατούσε/πάντοτε σκυμμένος/μέρες, μήνες, χρόνια” και μετά στον επίλογο πάλι: “Πάντοτε σκυμμένος” ), ο οποίος όμως ταυτόχρονα αποκρίνεται ξεγυμνωμένος μπροστά στο απόσπασμα προ της εκτέλεσης του για τα μεγάλα θέματα: τον θάνατο, τον έρωτα, τον θεό, το ηθικό χρέος, το πρόβλημα των ανθρωπίνων πράξεων.
Έτσι μας πηγαίνει ο κ. Αραβανής και στον πίνακα του Goya: 3η Μαΐου 1808, πίνακα του 1814, ο οποίος άσκησε μεταξύ άλλων σημαντική επιρροή στον Picasso και στον Edouard Manet (”Η εκτέλεση του Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού”). (Στις 3 Μαΐου του 1808 εκτελέστηκαν μαζικά περίπου 400 Ισπανοί πολίτες από τα γαλλικά στρατεύματα, οδηγώντας σε μία γενικευμένη ισπανική εξέγερση). Ο κ. Αραβανής αντιλαμβάνεται και κινείται έντονα και εντός του ιστορικού μας πλαισίου, σκύβοντας στον τόπο μας και στην ιστορική συγκυρία.

“Θέλεις να παίξουμε;/του ζήτησε μια μέρα ο Θάνατος./ Δεν έχω χρόνο/ απάντησε”, γερνώντας λέξεις.

Περιμένουμε το νέο του βιβλίο πλέον με ανυπομονησία.
βλ. Ποιείν, 12 Δεκεμβρίου 2010:

Επεισόδια :

Α΄
«Πιστεύεις στο Θεό;»
τον ρώτησαν κάποτε.
«Όσο αυτός σε μένα»
απάντησε

και δεν τον ξαναενόχλησε κανείς.

Β΄
«Χρωστάς ένα ποίημα»
του είπε η Ζωή ένα βράδυ.
«Γερνάω λέξεις»
απάντησε

και δεν τον ξαναενόχλησε ποτέ.

(Σπύρος Αραβανής, Η ιστορία ενός ανθρώπου, Ποιείν)

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Με αφορμή τον Κάφκα: Λογοτεχνικός και εικαστικός εξπρεσιονισμός

"[...]Τα βήματα ηχούν σαν μέταλλο
πάνω σε χάλκινες πλάκες,
και τα μάτια ατενίζουν
λίμνες λευκές.”

Franz Kafka

Σημαντική η ανάρτηση στο ποιείν για τον Franz Kafka και το ποιητικό του έργο. Παρουσιάζονται τρία ποιήματα σε επιμέλεια και εξαιρετική μετάφραση του Νίκου Βουτυρόπουλου.
http://www.poiein.gr/archives/11730/index.html

Μας ενημερώνει ο κ. Βουτυρόπουλος πως “Το Ψυχρή και Σκληρή, με τις καθαρά εξπρεσιονιστικές επιδράσεις, σώζεται σε μια επιστολή στον συμμαθητή του Oskar Pollak, γραμμένη στις 9 Νοεμβρίου του 1903, όταν ο συγγραφέας ήταν τότε 20 χρονών.”

Οι καθαρά εξπρεσιονιστικές επιδράσεις εν έτη 1903 μου κινούν πραγματικά την περιέργεια. Γνωρίζετε κάτι περισσότερο επί τούτο κ. Βουτυρόπουλε? Ποιές μπορεί να είναι αυτές οι εξπρεσιονιστικές επιδράσεις? Εννοείται ότι ρωτώ καλοπροαίρετα. Δύσκολο πραγματικά εν έτη 1903.

Βρήκα και το εξής ενδιαφέρον-”αστείο” ποίημα:
“franz kafka poem” by invs
(franz kafka wrote a story about a man who woke up to find he had been transformed into a cockroach. that story inspired these little poems.)

franz,
ev’ry time i see a cockroach
creeping across the floor
i think of you
i hope you are feeling better.

Προφανώς δεν βρίσκω ικανοποιητική μια προσέγγιση του τύπου:

Kafka and Expressionism
Franz Kafka is frequently identified with the early 20th Century expressionism. In literature, expressionism is a movement or writing technique in which a writer depicts a character’s feelings about a subject (or the writer’s own feelings about it) rather than the objective surface reality of the subject. A writer, in effect, presents his interpretation of what he sees.Often, the depiction is a grotesque distortion or phantasmagoric representation of reality. However, there is logic to this approach for these reasons: (1) Not everybody perceives the world in the same way. What one person may see as beautiful or good another person may see as ugly or bad. Sometimes a writer or his character suffers from a mental debility, such as depression or paranoia, which alters his perception of reality.Expressionism enables the writer to present this altered perception. When Joseph K. perceives reality, he sees it through the lens of his mind’s eye. A scene that may appear normal or even cheerful to another character may appear bleak and depressing to him. Moreover, the outward appearance of a person, place, or thing may not reflect its true essence in the first place. Shakespeare expressed this view in The Merchant of Venice:

A goodly apple rotten at the heart:
O, what a goodly outside falsehood hath!

(Antonio to Bassanio, Act I, Scene III, Lines 98-102)

Expressionist writers often present the real world as bizarre, fantastic, and nightmarish because that is how they, or the characters in their works, see the world. Their distortions are the real world. Besides Kafka, writers who used expressionist techniques included James Joyce and Eugene O’Neill.

Literature and expressionism:In literature the novels of Franz Kafka are often described as expressionist. Expressionist poetry also flourished mainly in the German-speaking countries. The most influential expressionist poets were Georg Trakl, Georg Heym, Ernst Stadler, Gottfried Benn and August Stramm.

http://en.wikipedia.org/wiki/Expressionism#Literature

Το κυρίως ζήτημα βέβαια που έθεσα έχει να κάνει με το έτος (1903) και όχι με τον εξπρεσιονισμό. Είναι λογικό ο Τρακλ να κινείται πιο άνετα σ’ αυτό το κλίμα και στην τελική να συμμετέχει καθοριστικά στη λογοτεχνική του διαμόρφωση λόγω της ηλικίας του και των ετών που δούλευε και δημοσίευε τα έργα του (κυρίως 1912-1914). Τα πράγματα είχαν ξεκαθαρίσει “ικανοποιητικά” τότε και στη ζωγραφική που τόσο αγαπά και χρησιμοποιεί ο Τράκλ. Επίσης ανταύγειες μουσικές θα μπορούσαν να διακριθούν στο έργο του (ευχαριστώ σχόλιο 17 για το Verklaerte Nacht του Schnoenberg, εν έτει 1899. Όντως υπάρχουν στοιχεία και σύνδεση, φωτίζονται κάπως διαγωνίως και αχνά τα πράγματα, βλ. ποιείν). Στη λογοτεχνία όμως είναι που είναι τα πράγματα πιο δύσκολα και ως αφετηρία τοποθετείται άγαρμπα και αλματωδώς ο Κάφκα.

Ο λογοτεχνικός εξπρεσιονισμός περνά στο Σαχτούρη από τους Τράκλ και Celan κυρίως. Δήλωνε όχι απλά την αγάπη του γι’ αυτούς αλλά και τη σημασία τους στη ποιητική του διαμόρφωση.

Ο “δικός” μου “εξπρεσιονισμός” (αν μας επιτρέπουν οι σχολιαστές -βλ. ποιείν- εφόσον το θέσατε τόσο προσωπικά) δεν έχει να κάνει με τον Σαχτούρη και τον Τρακλ γιατί τους γνώρισα σε ηλικία που είχαν ήδη διαμορφωθεί τα κυρίως λογοτεχνικά μου χαρακτηριστικά. Ο εξπρεσιονισμός έρχεται και με περιβάλλει αδιάκοπα μέσω της ζωγραφικής σε νηπιακή ήδη ηλικία (αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία) και με συνοδεύει έκτοτε ολοκληρωτικά. Στην περίπτωση μου είναι «εμπλουτισμένος» και αποτελείται κυρίως από τον Franz Marc, τον Paul Klee και τον Kandinsky (διευρυμένος εξπρεσιονισμός για να συμπεριληφθούν οι δύο από τους τρεις). Το πρόβλημα του όρου και της χρήσης του έχει βέβαια να κάνει και με τη ζωγραφική αρκεί να σκεφτεί κανείς πως «μετέχουν» στο ίδιο «κίνημα» ο Edvard Munch («βόρεια» εκδοχή), μέχρι τον Κlee («κέντρο προς νότο» εκδοχή, σε όρους «φωτός» και χωρίς ψυχοπαθολογικές διαταραχές, σύνδρομα και συμπλέγματα) και τον Georges Rouault (άλλη ιστορία εντελώς). Από εκεί ίσως πηγάζει και η όποια ένσταση μου για το άλμα της επιβολής του όρου εξπρεσιονισμός στον Κάφκα (διακρίνω μια ευκολία τέλος πάντων και μια δίψα για κατηγορίες που δεν εξυπηρετούν σε όλες τις περιπτώσεις φωτίζοντας). Γράφοντας τα παραπάνω θα σημείωνα πως ο Κάφκα και ο Τρακλ τείνουν περισσότερο στον Βορρά παρά στην κεντρική Ευρώπη σε εξπρεσιονιστικούς πάντοτε όρους. Στα εικαστικά λειτουργεί σίγουρα καλύτερα παρά στη λογοτεχνία, ούτως ή άλλως εκεί γεννιέται ο όρος. Ο εξπρεσιονισμός τέλος όπως τον κατανοώ στο εικαστικό του περιβάλλον ακολουθεί την οπτική και λογική που θέτει ο ιστορικός τέχνης Herbert Read, ο οποίος ούτως ή άλλως πάλευε μια ζωή και με το συγκεκριμένο θέμα.


Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Τόλης Νικηφόρου, "δεν είμαι εγώ λοιπόν που σας μιλώ"


“είμαι όσα μου δόθηκαν, μια στάλα κόκκινο στο απέραντο του μπλε, ένα ελάχιστο κομμάτι από το τίποτα. ήχους του κάποτε στον άνεμο σκορπίζω, με το δικό μου όνομα γράφω για τον δικό σας πόνο, που ούτε δικός μου είναι ούτε δικός σας. δεν είμαι εγώ λοιπόν που σας μιλώ, γιατί εγώ είμαι όσα μου δόθηκαν, γιατί εγώ δεν ξέρω καν ποιος είμαι. τώρα απομένει να επιστρέψω εκεί που κάποτε ξεκίνησα, να επιστρέψω εκεί που οφείλω το εγώ που είμαι και που ποτέ δεν γνώρισα.”

To κόκκινο με παραπέμπει όχι μόνο στον έρωτα και την αγάπη, μα και στην απαίτηση της πιο δίκαιης κατανομής του πλούτου, στις ίσες ευκαιρίες καταργώντας τις διαφορετικές αφετηρίες, όσο κι αν είναι αυτό δυνατό.

Ευγενέστατος και γνήσιος ο κ. Τόλης Νικηφόρου, έχει ένα δικό του ποιητικό τρόπο. Διατηρεί μια γλυκιά ειρωνεία και απόσταση τόσο από τα “περιγραφόμενα” όσο κι από τον εαυτό του. Λυρικός και εκλεπτυσμένος, σκύβει καλοπροαίρετα προς τον πάσχοντα, “αναιρώντας” τον εαυτό του με έναν τρόπο εντελώς δικό του. Φυσικά όλα τα ποιήματα είναι ιδιαίτερα, προσωπικά όμως ξεχωρίζω το “ουτοπία αναρχικού λούστρου”.

ουτοπία αναρχικού λούστρου

κάθεται σταυροπόδι σ’ ένα σύννεφο
βουτώντας το πινέλο του
στο κασελάκι με τα χρώματα
το κασελάκι με τις λέξεις
με τον τζιλά και τ’ άλλα εκρηκτικά
και βάφει κόκκινα τα υποδήματα
κάθε περαστικού θεού
κόκκινο κόκκινο και μαύρο
ένα παιδικό μπαλόνι

με την απρόσεχτή του κίνηση
τα θαμπωμένα μάτια του
από του ήλιου την εγγύτητα
τα πάντα κάποτε αναποδογυρίζουν
και τότε στάζει ο ουρανός
μυριάδες άστρα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός πως τα ποιήματα δένουν και απογειώνονται στο κλείσιμο τους. Μια τεχνική αρτιότητα -πέρα από όλα τα άλλα- που θα ήταν καλό να προσέχουν όσοι εισέρχονται στον λογοτεχνικό στίβο.

Αριστοκρατικής πνοής και διαθέσεως καταθέτει τον τρόπο του και με το podcast το οποίο ενισχύει πτυχές των ποιημάτων.

http://poiein.podomatic.com/entry/2010-10-11T02_53_06-07_00

Ευχαριστούμε τον ποιητή και το ποιείν.

http://www.poiein.gr/archives/11726/index.html

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Γιώργης Μανουσάκης, "Τα βήματα των νεκρών μου διακριτικά, να μη με τρομάζουν"


Πολύ καλή ανθολόγηση της ποίησης του Γιώργη Μανουσάκη (1933-2008) στο ηλεκτρονικό ποιητικό περιοδικό Ποιείν από την Αγγελική Καραθανάση. http://www.poiein.gr/archives/11481/index.html

Η “Επίσκεψη” απ’ τη συλλογή “Στ’ ἀκρωτήρια τῆς ὕπαρξης” (Γαβριηλίδης, 2003) είναι εξαιρετικό ποίημα το οποίο φαίνεται να συνοψίζει τη διάθεση και τον ποιητικό τρόπο του Γ. Μανουσάκη. Τρόπος που εμφανίζεται να συνδυάζει την τραγική αίσθηση με την υπαρξιακή φιλοσοφία, στην οποία θεωρεί και ο ίδιος ότι καθρεφτίζεται. Την αποσπασματική βέβαια εικόνα που αντλώ κυρίως απ’ την “Επίσκεψη” και βάση της οποίας αναπτύσσω τη θέαση μου στο έργο του, συμπληρώνει το V απ’ το ποίημα ΕΝ ΑΓΡΥΠΝΙᾼ.


ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Μέσʼ στή νύχτα χτυπᾶ τό κουδούνι.
Ἀνοίγω τήν πόρτα. Βλέπω μόνο
τά κρόσσια τῆς βροχῆς νά τρεμίζουν
στό φῶς. Κι ὅμως ξέρω
εἶσαι σύ πού προσμένεις ἀθώρητη
σά σκέψη ἤ σά θύμηση
νά σέ καλέσω νά μπεῖς.

Κάθεσαι στό παλιό κάθισμά σου
κι ἐγώ ἀντίκρυ σου. Ἡ σιωπή μου
συναντᾶ τή σιωπή σου. Ἁπλώνω
τό χέρι κι ἀγγίζω τʼ ἀέρινο χέρι σου
πού ριγεῖ. Χαϊδεύω τά μαλλιά σου
καί μένει στά δάχτυλά μου
τό νερό τῆς βροχῆς.
«Ξέρεις…» Μίλησες ἤ μοῦ φάνηκε;

Ἀλήθεια, πῶς εἶνʼ οἱ νύχτες ἐκεῖ;
Ἐπιτρέπονται οἱ συναντήσεις στά ὄνειρα;
Πῶς σʼ ἄφησαν οἱ φρουροί νά κάμεις
ἕνα ταξίδι τόσο μακρινό;
_________

Τα θέματα που φαίνεται να τον απασχολούν κυρίως είναι ο χρόνος, η φθορά, ο θάνατος, ο θεός και ο έρωτας (μεταξύ άλλων). Αδιάκοπα αισθητό είναι το υπαρξιακό υπόβαθρο και η αυξημένη συναίσθηση του άλλου (ερωτικού συντρόφου κυρίως) που κυριαρχεί μέσω της απώλειας του.


Ιδιαίτερη και η ανάγνωση των ποιημάτων απ’ τον ίδιο, φωτίζουν πτυχές του έργου.


Πέρα απ’ τα δύο ποιήματα που αναφέρθηκαν εντυπώνονται έντονα εντός μου και τα ακόλουθα μέρη:

“Μάταιη τῶν χρωμάτων ἡ χλιδή
καί τό μελετημένο ζύγιασμα τῶν στάσεων.
Μ’ ὅλο τό στολισμό τοῦ προσωπείου
σ’ ἀναγνωρίζω, παντοκράτορ Θάνατε.

Ἐσύ ‘σαι ὁ συνθέτης τῆς ἀπόλυτης σιγῆς
ἐσύ ὁ γλύπτης τῆς πιό τέλειας ἀκινησίας.”

“Κρυβότανε πίσω ἀπό φράσεις
ὅμοιες μέ πινακίδες πού ἡ κάθε μιά τους
δείχνει σέ διαφορετική κατεύθυνση.”

“Ἐδῶ ἔχω ἐνταχθεῖ μέσα στό χρόνο
πού ἀναλλοίωτος ἀκινητεῖ ἀπό αἰῶνες.
Παντοῦ ἀνταμώνω ἀχνάρια ἀπʼ τίς τριάντα
γενιές πού ἐγκαταβίωσαν στό μοναστήρι.”

Καλή και η παρουσίαση του ποιητή στη wikipedia

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%82_%CE%9C%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Νίκος Βουτυρόπουλος: Δύο ποιητικές συλλογές και ένας νεκρός φίλος


Τα “Σημάδια από κύμα” είναι ποιήματα που “προκύπτουν” απ’ τον θάνατο ενός οικείου. http://www.poiein.gr/archives/11246/index.html
Ο δημιουργός τους διέπεται απ’ την τραγική αίσθηση της απώλειας και του αμετάκλητου θανάτου του φίλου, ωστόσο την επεξεργάζεται γυρνώντας στα παιδικά του χρόνια και στους πρώτους έρωτες και ταυτιζόμενος μερικώς με τη φύση, προτάσσει την τρυφερότητα και τη στωικότητα ως τις δυνατές στάσεις του πάσχοντας ανθρώπου. Αναζητά τον πραγματικό Άλλο στο συνάνθρωπο του, όπως και στο “χαμένο” φίλο, αλλά όταν δεν το κατορθώνει γυρνά στην πέτρα, στη φύση, στην ιστορία, στις μνήμες και στην αίσθηση του κόσμου.

Σπαρακτικός ο Ν. Βουτυρόπουλος όταν μας λέει “οι φίλοι μου πέτρινοι/ψίθυροι μου χαϊδεύουν/το πρόσωπο ριγμένο/σ’ ένα δοχείο από στιγμές/που κατάπιε ο χρόνος”, και τρυφερός διατηρώντας την απόσταση της γνώσης και της επίγνωσης, προσπαθώντας να υπερβεί την τραγική μας μοίρα βρίσκοντας συμμετρίες και καθαρότητα στα παιδικά του βότσαλα: “όμως δες πως κοιμάται το πράσινο των λόφων/γύρω απ’ αυτή τη τρυφερή μουσική/των μάταιων ορισμών των πραγμάτων/καθώς πασχίζω να θυμηθώ/τα βότσαλα που διάλεγα μικρός”. Βέβαια “ασύλληπτος παραμένει ο κόπος/να λογαριάζεις τη νεκρότητα/ δες τώρα αυτό το λευκό των λέξεων/την ανταύγεια της σιωπής/όσο το αλφάβητο θρηνεί/και στα χέρια σβήνουν οι στίχοι”. Εξ’ αρχής γνωρίζει το μάταιο της δημιουργικής προσπάθειας του ανθρώπου και της καταγραφής των αποχρώσεων και των δυνατών σχέσεων, και έτσι καταλήγει να προτάσσει την ανθρώπινη σχέση, τον φίλο που προτιμά από το έργο.


Ο Νίκος Βουτυρόπουλος έχει επίσης εκδώσει δύο βιβλία, το «Φεγγάρι πίσω από ψέματα» και τις «Εκμυστηρεύσεις» (εκδ. Οδός Πανός).

Ένας άνθρωπος που κορδέλες λευκές τυλίγουν την κάθε του κίνηση και που έγινε κισσός να αγκαλιάζει τα ερείπια, σίγουρα γνωρίζει πως είναι ποιητής και μάλιστα δυνατός. Οι λέξεις του φυσικά και δεν καταντούν δυσνόητα σύμβολα σε ταινία λευκή, μα ορθώνουν έναν τόπο χωρίς σκιές, όπου κυριαρχούν το γέλιο και ο πόνος στην καθαρότητα τους, σε μια βουβή εκδοχή ίσως που παριστάνει τον Σαρλό παιδί.

Δομεί ένα δικό του τόπο, έχει κυρίαρχα σύμβολα και θέματα που τον απασχολούν (παιδική ηλικία, η αποστροφή του ανθρώπου στον πόνο, η τάση του να προσαρμόζει τη ζωή πάνω του, με διάθεση νιτσεϊκή θα έλεγα, επιστρέφοντας «αιώνια» στην παιδική και εφηβική ηλικία, στους έρωτες).

Εμφανίζεται ωστόσο στο «Φεγγάρι πίσω από ψέματα» κυρίως, η αποσπασματικότητα και οι διαφορετικές περίοδοι των συλλήψεων και των εκτελέσεων των ποιημάτων του, καθώς και ένας σεβασμός –ίσως- στην πρώτη μορφή (προσωπικά είμαι υπέρ του συνεχούς δουλέματος αν είναι δυνατόν). Έτσι, θα μπορούσα να παρατηρήσω πως δεν εμφανίζεται ένα ενιαίο ύφος, μια ίσως ενιαία διάθεση, η οποία να δένει τη συλλογή ως σύνολο ή μέχρι και να δένει τα ποιήματα από μόνα τους ως ολότητες που στέκονται διακριτές απ’ την αρχή μέχρι το τέλος.

Οι «εκμυστηρεύσεις» ρέουν αλλιώτικα, «πιο» άρτια, συμπληρώνοντας τις προθέσεις του. Η διάθεση είναι πιο στοχαστική και εμφανίζεται μια αλλιώτικη απόσταση απ’ τα πράγματα.

Περιμένουμε την τρίτη του ποιητική συλλογή.

Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Θανάσης Αθανάσιος, 7 ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή “Η Ελονοσία του Μύδρου”, γράφει ο Κώστας Παπαθανασίου


Παρακολουθώντας ανήμπορος την άσκοπη συζήτηση των Παλαιόπιστων περί ανθισμένων αμυγδαλιών και των ανταγωνιστικών λόγων περί γνησιότητας των ρεμπετολάγνων καταλαβαίνω ακόμη πιο καλά από που εφορμά η ποίηση του Αθανάσιου.

Στη θεωρία της πληροφορικής, η πληροφορία την οποία φέρει ένα μήνυμα μειώνεται όσο αυξάνει η πιθανότητά της. Πηγαίνοντας πίσω στους Ρώσους φορμαλιστές αναμοχλεύω τις ρηξικέλευθες ιδέες τους σχετικές με τον αυτοματισμό της πρόσληψης και τον ανακαινιστικό ρόλο της τέχνης. Η συνήθεια μας εμποδίζει να δούμε, να αισθανθούμε τα αντικείμενα* πρέπει να τους αλλάξουμε μορφή για να σταματήσει πάνω τους το βλέμμα μας: αυτός είναι ο σκοπός των καλλιτεχνικών συμβάσεων. Η ίδια η διεργασία εξηγεί και τις αλλαγές ύφους στην τέχνη: από τη στιγμή που οι συμβάσεις γίνονται αποδεκτές διευκολύνουν τον αυτοματισμό αντί να τον καταστρέφουν.

Ξαναγυρνώντας στις μέρες μας που η πληροφορική έγινε δεύτερη ανάσα διαπιστώνουμε πως στα μεγάλα κλασικά έργα της τέχνης και της λογοτεχνίας, δεν βρίσκουμε πλέον σπουδαία πράγματα για την πληροφοριακή τους αξία, επειδή το κοινό έχει εξοικοιωθεί με το περιεχόμενό τους. Έτσι ο Σαίξπηρ θεωρείται βαρετός επειδή δεν βλέπουν σ’ αυτόν παρά έναν αριθμό γνωστών παραθεμάτων. Δεν είναι τυχαίο πως βγαίνουν βιβλία του στυλ πως να μιλήσετε για κλασικά βιβλία χωρίς να τα έχετε διαβάσει. Και φυσικά εδώ το Διαδίκτυο σιγοντάρει αποδομητικά απομακρύνοντας το “μαγικό πέπλό”.

Για να γυρίσουμε στον Αθανάσιο τον οποίο παρακολουθώ και στα μπλόγκ του έχω να πω πως είμαι ενάντια στην απλοποίηση του να ταυτίζουμε ένα έργο με την καινοτομία του. Ο Αθανάσιος πολλές φορές χαραμίζει την “ποιητικότητά” του προς χάριν της έκπληξης και μιας βεβιασμένης ανάγκης για πρωτοτυπία. Το θέμα είναι πως ξέρει να φτιάχνει ατμόσφαιρα, έχει να μας πει πράγματα, αναζητά με αγωνία τους νέους δρόμους που τον καλούν μα στο τέλος παγιδεύεται σε μια αβανγκαρντ ταυτότητα (που εξαντλείται στο παρελθόν) που σώνει και καλά χρησιμοποιεί για την διαφοροποίηση της ποίησής του.
Ο Θανάσης Αθανάσιος είναι ένας μικρός σάτυρος που κρύβει την ευαισθησία του πίσω απ’ ένα καυστικό χιούμορ και μια μεγαλόστομη πνοή καταστροφικού αυτοσχεδιασμού. Θα συνεχίζω να τον παρακολουθώ με αμείωτο ενδιαφέρον.


Κώστας Παπαθανασίου


http://www.poiein.gr/archives/10258/index.html

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Ο ζωγράφος-ποιητής Κώστας Ριτσώνης



“Άσπρα σπίτια αραγμένα
σαν καράβια
μέσα στην πρασινάδα

κοντά τους σαν ψαράκι
τριγυρνά η μοναξιά μου

Μέσα στα χρώματα της εξοχής
που έγινε πράσινη θάλασσα
προσπαθεί να βρει παρηγοριά”

To ξεχωρίζω προσωπικά γιατί με βοηθάει να καταλάβω και μια άλλη πτυχή της ζωγραφικής του Ριτσώνη, εκεί ιδίως που τριγυρνά σαν ψαράκι η μοναξία. Εξαιρετικό “zoom out” και κίνηση τρεμάμενη.

Λεει ο ποιητής Ριτσώνης:
Δίπλα στο Λειβαδίτη
κάθεται ο Λειβαδάς
Κοντά στο Ρίτσο
στήνεται ο Ριτσώνης

Ο Λειβαδάς κάθεται δίπλα και ίσως πάνω, ενώ ο Ριτσώνης στήνεται και σκέφτομαι πως ενώ στη ζωγραφική του δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα, ρέουν όλα τόσο φυσικά, προέχει ενδεικτικά το καλοσυνάτο και παιδικό της ψυχής του που έχει έγνοια τον άλλον και ποθεί τόσο τη συνεύρεση και τη συνάντηση, στην ποίηση του φορές αφήνει την αίσθηση πως προσπαθεί να γίνει αποδεκτός από τους μάγκες και τα αλάνια μέχρι τους “ποιητάδες”. Ίσως κάνω λάθος. Ένα podcast θα βοηθούσε.

Επίσης θα μπορούσες να μας “ρίξεις” και περισσότερους πίνακες ανάμεσα στα ποιήματα μόρτη Ριτσώνη. Καληνύχτα και μπαρντόν. Θα διαβάσω τους “λεπρούς” σου πάλι της Σπιναλόγκας και θα πέσω για ύπνο.

http://www.poiein.gr/archives/9573/index.html

Σύντομο σχόλιο στις "Ανθισμένες νύχτες" του Ν. Σφαμένου



http://www.poiein.gr/archives/9996/index.html

Το πρώτο ποίημα -παρά-είναι εισαγωγικό, το δεύτερο κάπως στέκεται (ξεχωρίζει από τα τρία και διακρίνονται στοιχεία που υπονοούν μια ταυτότητα η οποία δομείται και αναδύεται), το τρίτο ξενίζει με την “προσωπικότητα” του.

O X.Δ. (σχόλια 9 και 10) μας ενημέρωσε για την ηλικία του κ. Σφαμένου (βλ. link). Τον φανταζόμουν μικρότερο ωστόσο παρατηρώ πως σε σχέση με κάποια παλαιότερα ποιήματα του φαίνεται να ξεφορτώνεται τα περιττά-περιγραφικά (http://logotexnika-epikaira.blogspot.com/2010/04/blog-post_07.html).

Σε σχέση με τις προηγούμενες συλλογές υπάρχει λοιπόν εξέλιξη. Ετοιμάζεται ο κ. Σφαμένος να βρει την πνοή του, ωστόσο τα πνευμόνια του δεν φαίνεται να είναι πολύ μεγάλης χωρητικότητας.

Ευαίσθητος ποιητής με καλές προθέσεις και δυστυχώς χωρίς πολλά αναγνώσματα. Δεν σκάβει, απλώνεται με πρόθεση περιγραφική. Οι προθέσεις του εξαντλούνται χωρίς να έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις από την ποιητική τέχνη και από τον εαυτό του κυρίως. Ίσως του αρκεί να ξεχωρίζει από το πλήθος-μάζα γράφοντας.

Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010

"Άστεγος Τέχνη", άρθρο στην εφημερίδα του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Βορείου Ελλάδος (ΣΚΕΤΒΕ)



Αγαπητέ εικαστικέ, ποιητή, αναγνώστη της «Αστέγου Τέχνης».

Στέκομαι μπροστά απ’ το καμένο κτίριο του ΣΚΕΤΒΕ στην Άνω Πόλη, στη Γοργούς και σκέφτομαι φωναχτά χωρίς να έχω διάθεση να νουθετήσω, πως άλλωστε να το τολμήσω ένας «άστεγος» καθώς είμαι και εγώ. Αγαπώ τα ερείπια, τα καμένα κτίρια, καθετί βασανισμένο, κυνηγημένο, κουρασμένο που υπόκειται στη φθορά και φθείρεται. Από μικρός κοιτούσα με συμπόνια καθετί που υποφέρει. Συγχρονιζόμουν με την φθορά των πραγμάτων. Χτυπάω το κτίριο φιλικά και στοργικά, με κατανόηση και του μιλώ. Απευθύνομαι και σε σένα αγαπητέ εικαστικέ, ποιητή, αναγνώστη της «Αστέγου Τέχνης», αλλά ταυτόχρονα μιλώ για το έργο το δικό μου, το ποιητικό και το ζωγραφικό.

Ελπίζω να μην επηρεάζεσαι από τα σχόλια και τις κρίσεις -θετικά ή αρνητικά- προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, στην ερμηνεία σου, στη στάση σου απέναντι σε κάθε έργο, άρα και στο δικό μου, δεδομένου βέβαια ότι συστηματικά τρίβεσαι με τις εκφάνσεις του κόσμου και του ανθρώπου και εφόσον παραμένεις ανοιχτός στο επερχόμενο. Φαντάζομαι πως υποθέτεις, όπως και εγώ, την –υπερβασιακή- πρωτοκαθεδρία του σημείου έναντι της σημασίας και λογικά θεωρείς τα καλλιτεχνικά έργα σημεία που μας υπερβαίνουν, εμπεριέχοντας μας καθώς τα εμπεριέχουμε.

Σημεία ζωντανά, οργανισμοί που αλλάζουν, καθώς αλλάζουμε και εμείς. Το εξώφυλλο της ποιητικής μου συλλογής «Η Μνήμη του χαρτιού» (εκδ. Σαιξπηρικόν, 2009) είναι εικαστικό έργο δικό μου και ονομάζεται «Ατελής απόπειρα σήμανσης των νοημάτων» και κινείται σε αυτή την κατεύθυνση ως σημείο.


Προσωπικά θεωρώ πως αυτό που έχει κυρίως σημασία είναι η σχέση του καθενός μας με τον κόσμο, με τον άνθρωπο και τη φθορά του και πως τελικά περνάνε όλα αυτά μες στο έργο μας. Το έργο μας πρέπει να εξαρτάται από την δημιουργικότητα μας και όχι από τα βραχυχρόνια σκαμπανεβάσματα ψυχικής χροιάς, που προκαλούνται από αυτοματοποιημένα σχόλια και από εύκολες εντυπώσεις, που τείνουν να υπερβάλουν και προς τις δύο κατευθύνσεις, προς τα πάνω και προς τα κάτω.

Ο Samuel Beckett έλεγε ότι «αυτά τα πράγματα [έργα] δεν πρέπει να έχουν επιτυχία» εννοώντας φυσικά την τραγικότητα του έργου του, που αντανακλά και υπογραμμίζει αναπαράγοντας την τραγικότητα του κόσμου. Αν διέπεσαι από αυτή την τραγική αίσθηση(προσωπικά μου φαίνεται το μόνο φυσικό και λογικό επακόλουθο της ανθρώπινης κατάστασης) οφείλεις-οφείλουμε να συνδυάζουμε την τραγική αυτή αίσθηση, τη λύπη με τη συστηματική καλλιέργεια της νόησης (τον στοχασμό αν θέλεις) και να παράγουμε έργο σύμφωνα με αυτό τον λεπτό, δύσκολο και ιδιαίτερο συνδυασμό.

Στη «Μνήμη του χαρτιού», στην πρώτη μου ποιητική συλλογή, προσπαθώ συνειδητά ακριβώς αυτό, δηλαδή προσπαθώ να συνδυάσω ιδιότυπα την τραγική αίσθηση με τον στοχασμό. Τα αίτια της τραγικής αίσθησης είναι πρωτίστως υπαρξιακά, ενώ ο στοχασμός προσπαθεί να στηριχτεί πάνω σε φιλοσοφικά θεμέλια, παραμένοντας πάντα ανοιχτός προς το επερχόμενο.

Το κυρίαρχο χρώμα της συλλογής είναι το λευκό «που μες στη μονοτονία του σφυρίζει/ αυ-το-κτο-νία και θά-να-το», αλλά ταυτόχρονα «το χαρτί σχεδόν –και πάλι- λευκό/ φωτοσυνθέτει/ γεννάει στίχους», στήνοντας κόσμους «που γυρνούν σαν σφαίρες» «στερώντας [μέσω της τέχνης και της δημιουργίας] στο μηδέν τον τίτλο της δικαιοσύνης». Σαν έπιπλα όλοι μας μαζεύουμε σκόνη και δηλώνουμε πως είμαστε ο θάνατος «κάτω από ένα φως λευκό που τυφλώνει», γνωρίζοντας πως στην καλύτερη των περιπτώσεων τα καρφιά που καθιστούν δυνατή την όποια συνοχή του κόσμου και των έργων μας θα προλάβουν να σκουριάσουν. «Σκουριασμένα καρφιά/ αφαιρούνται από την κάθε μας πράξη».

Σκέφτομαι τον Bergman, τον Tarkovsky ή όποιον σημαντικό δημιουργό από οποιαδήποτε τέχνη (η τέχνη θεωρώ πως είναι μια) και αναρωτιέμαι κατά πόσο πραγμάτωσαν τις δυνατότητες τους, κατά πόσο «είπαν» αυτά που θεωρούσαν σημαντικά, κατά πόσο απέσπασαν αυτά που προσπάθησαν από τον κόσμο και τα φώτισαν και κατά πόσο επηρεάστηκαν από τις κριτικές και τις εύκολες αναγνώσεις τρίτων, από τις άστοχες προκατασκευασμένες και ανενεργές προβολές τους πάνω στα έργα τους.

Τα συνήθη σχόλια είναι τα άστοχα σχόλια. Συνήθως, στις κριτικές μας, φερόμαστε σαν κάποιον που μπαίνει –ίσως κακόπιστα και κακοπροαίρετα- στο τέλος ενός έργου, π.χ. στη «Θυσία» του Andrei Tarkovsky και γελά με τον «τρελό» που τον κυνηγούν και τον περιμαζεύουν οι ψυχίατροι, διαπράττοντας ύβρη, αφού δεν είναι φυσικά μες στο κλίμα αυτών που διακυβεύονται και διαδραματίζονται ή αντίστοιχα σαν κάποιον που απορεί με τους συγκλονισμένους θεατές στο τέλος της ταινίας «Η πηγή των παρθένων» του Ingmar Bergman, βλέποντας τον πατέρα γονατισμένο μπροστά στο ποτάμι, μες στο εκτυφλωτικό φως, να «μιλάει» με τον θεό και να κορυφώνεται η τραγικότητα της ανθρώπινης συνθήκης στο σημείο που λέει ότι θα σου χτίσω με τα ίδια μου τα χέρια, δείχνοντας και σφίγγοντας τα, εδώ ακριβώς πέτρινο ναό, στο σημείο δηλαδή που βίασαν και σκότωσαν την κόρη του.

Εγώ, ρίχνοντας πορτοκαλί πινελιές στο εσωτερικό ενός λευκού τρούλου, καθώς «άσπροι οι τοίχοι των ναών/και το κυανό είτε εύκολο είτε περιττό», «νιώθω σαν κάποιος/που τραβά σιδερένιους μοχλούς/σκουριασμένους τεράστιους/για να αλλάξει τη σειρά των πραγμάτων./Μα τα πράγματα πέφτουν/το ένα μετά το άλλο/και αντί να στοιβάζονται λιώνουν/αφαιρώντας συνέχεια κομμάτια./Όλο το τρίξιμο όρθωσε/ένα τεράστιο λευκό/που μες στην μονοτονία του σφυρίζει/αυ το κτο νί α και θά να το.»

Κλείνοντας θέλω να σημειώσω πως απαιτούνται, όπως σε κάθε έργο, ίσως περισσότερες αναγνώσεις για να εξοικειωθεί κανείς -όσο είναι αυτό δυνατόν- με το κλίμα της «Μνήμης του χαρτιού», που είναι κλίμα κυρίως φθοράς και επίγνωσης του τέλους. Ενδεικτικά παραθέτω συνοψίζοντας τον στίχο «συγχρονίσου με των πραγμάτων τον θάνατο», καθώς τα ποιήματα είναι –πρέπει να είναι- ζωντανοί οργανισμοί που αναπνέουν, και συσχετίζονται μαζί μας, αλλάζοντας παράλληλα με μας προς ένα βέβαιο τέλος. Το χαρτί θα διαφυλάξει τις «μνήμες» που μπορεί και που του αναλογούν, τόσο σε επίπεδο ποιητικό όσο και ζωγραφικό. Άστεγη η τέχνη και το χαρτί πάλι λευκό.

Πέτρος Γκολίτσης


(Η εφημερίδα του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Βορείου Ελλάδος ονομάζεται "ΑΣΤΕΓΟΣ ΤΕΧΝΗ" και είναι διαθέσιμη επίσης στο www.sketbe.gr/AstegosTexni1.pdf ή στο http://sketbe.blogspot.com/2010/06/blog-post_05.html)

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Γράμμα σε μια νέα ποιήτρια ή ένα δημόσιο διαδικτυακό σχόλιο για την Ασημίνα Ρεβύθη


Ασημίνα (Ρεβύθη),

[...]Σε θεωρώ πολύ ιδιαίτερο και δημιουργικό άνθρωπο. Μην επιτρέπεις σε κανένα να σε επηρεάζει με τα σχόλια του (θετικά ή αρνητικά ) προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Ήδη γνωρίζεις με τον ιδιαίτερο ψυχισμό που έχεις, ότι αυτό που έχει σημασία είναι η σχέση σου με τον κόσμο, με τον άνθρωπο και τη φθορά του και πως τελικά περνούν όλα αυτά μες στο έργο σου. Με άλλα λόγια το έργο σου πρέπει να εξαρτάται από την δημιουργικότητα σου και όχι από τα βραχυχρόνια σκαμπανεβάσματα ψυχικής χροιάς, που προκαλούνται από τα σχόλια, που μπορεί να υπερβάλουν και προς τις δύο κατευθύνσεις, προς τα πάνω και προς τα κάτω.

Πάντα θυμάμαι σε τέτοιες περιπτώσεις τον Samuel Beckett, που όταν πληροφορήθηκε για τον νόμπελ λογοτεχνίας που του απονείμαν, είπε αυθόρμητα «μα αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να έχουν επιτυχία» εννοώντας φυσικά την τραγικότητα του έργου του, που αντανακλά και υπογραμμίζει αναπαράγοντας την τραγικότητα του κόσμου.

Εφόσον διέπεσαι από αυτή την τραγική αίσθηση (και πολύ καλά κάνεις, προσωπικά μου φαίνεται το μόνο φυσικό και λογικό επακόλουθο της ανθρώπινης κατάστασης) οφείλεις (οφείλουμε) να τη συνδυάζουμε με τη συστηματική καλλιέργεια της νόησης (τον στοχασμό αν θέλεις) και να παράγουμε έργο σύμφωνα με αυτό τον λεπτό, δύσκολο και ιδιαίτερο συνδυασμό.

Με τα τρία ποιήματα που διάβασα θεωρώ ήδη ότι έχεις την στόφα “πρωταθλητή”, και οφείλεις να πραγματώσεις τις δυνατότητες σου, έχοντας χρέος φυσικά μόνο προς τον εαυτό σου.

Σκέψου τον Bergman, τον Tarkovsky ή όποιον σημαντικό δημιουργό από οποιαδήποτε τέχνη (η τέχνη θεωρώ πως είναι μια) και αναρωτήσου κατά πόσο πραγμάτωσαν τις δυνατότητες τους, κατά πόσο «είπαν» αυτά που θεωρούσαν σημαντικά και κατά πόσο επηρεάστηκαν από τις κριτικές. Ο Ταρκόφσκι λάμβανε μέχρι και υβριστικά γράμματα μετά την προβολή του «Καθρέφτη» ιδίως, της πλέον αυτοβιογραφικής του ταινίας. Σου μιλάω για σκηνοθεσία, γιατί –μεταξύ άλλων- είναι πολύ έντονη στα ποιήματα σου, επίτευγμα πολύ σημαντικό.

Λες «δεν έχει κανείς το δικαίωμα να ακυρώνει την απελπισία μου» και έχεις απόλυτο δίκαιο. Μου επιτρέπεις να σε συμβουλεύσω εδώ και να πω, πως ποτέ δεν απαντάμε σε τέτοια κακεντρεχή, άκαιρα και άστοχα σχόλια. Είναι σαν να μπαίνει ο κακόπιστος και κακοπροαίρετος θεατής στο τέλος της «Θυσίας» του Αντρέι Ταρκόφσκι και να γελά με τον «τρελό» που κυνηγούν και περιμαζεύουν οι ψυχίατροι, διαπράττοντας ύβρη, αφού δεν είναι φυσικά μες στο κλίμα αυτών που διακυβεύονται και διαδραματίζονται ή αντίστοιχα να απορεί με τους συγκλονισμένους θεατές στο τέλος της ταινίας «Η πηγή των παρθένων» του Ingmar Bergman, βλέποντας τον πατέρα γονατισμένο μπροστά στο ποτάμι, μες στο εκτυφλωτικό φως, να «μιλάει» με τον θεό και να κορυφώνεται η τραγικότητα της ανθρώπινης συνθήκης στο σημείο που λέει ότι θα σου χτίσω με τα ίδια μου τα χέρια, δείχνοντας και σφίγγοντας τα, εδώ ακριβώς πέτρινο ναό.

Επίσης, παρόλο που είναι καλό να μπορεί να μιλήσει ο δημιουργός για το έργο του, σε πολλές δυστυχώς περιπτώσεις, μειώνουμε το έργο μας μιλώντας άμεσα γι’ αυτό. Το καλύτερο είναι να το γυροφέρνεις ή να μιλάς με αντιστοιχίες, όπως έκανε ο Ροντέν κι ο Σεζάν παραδείγματος χάριν.

Τα σχόλια σου στο έργο μου, τόσο στο ποιητικό όσο και το ζωγραφικό, είναι καλοδεχούμενα, επιτυχημένα και δείχνουν την καλλιέργεια σου και τον συγγενικό μας ψυχισμό. Διαφωνώ ωστόσο με την «υποβίβαση» του θανάτου σε έννοια, μπροστά στην αυτοκτονία. Παλιότερα όριζα τον θάνατο ως το τέλος των αναβολών της αυτοκτονίας. Έτσι τα κατάφερνα και πορευόμουν. Πλέον τα θεωρώ και τα δύο το ίδιο σκανδαλώδη, που ωστόσο ευτυχώς υπάρχουν ως δυνατότητες και ως πραγματικότητες συνάμα.

[...] Θα επιθυμούσα να δω και άλλο μέρος από το έργο σου. Με χαρά θα το διαβάσω.


http://www.poiein.gr/archives/8842/index.html

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Λαμπρινή Αιωροκλέους, «Το Σώου της Δευτέρας», εκδ. Ενδυμίων, 2010



Το ποίημα «ένα ισορροπητικό χυτήριο» της Λαμπρινής Αιωροκλέους ξεκινάει με τους εξής στίχους «Μία γυναίκα κάτω από ένα δέντρο είναι ίση/Με δέκα γυναίκες μέσα σ’ ένα ασθενοφόρο». Πάνω σ’ αυτό το δίστιχο, στήνω την οπτική μου στην ποιητική συλλογή της «Το Σώου της Δευτέρας» (εκδ. Ενδυμίων, 2010), γιατί περικλείει την αφετηρία και την προβληματική της.

Όταν το “Μία γυναίκα κάτω από ένα δέντρο είναι ίση/Με δέκα γυναίκες μέσα σ’ ένα ασθενοφόρο” γίνει “δέκα γυναίκες κάτω από ένα δέντρο είναι ίσες/ Με μια γυναίκα μέσα σ’ ένα ασθενοφόρο” ή “μια γυναίκα κάτω, μέσα ή πάνω σε ένα δέντρο γίνει ίση/ με μια γυναίκα μέσα, κάτω ή πάνω σ’ ένα ασθενοφόρο” τότε ίσως κατορθώσει η Λαμπρινή Αιωροκλέους να πάρει κάποια δημιουργική απόσταση από την “υπερβολική” νεότητα της και τον υπέρμετρο ενθουσιασμό του ανθρώπου που νομίζει ότι πρώτος ανακαλύπτει τα “σημαντικά”, και έτσι να αποκηρύξει την εν λόγω συλλογή ώστε να βγάλει τη δεύτερη-”πρώτη” με το πραγματικό της (υποθέτω) όνομα. Της τo εύχομαι πραγματικά.

Θα τη θυμάται αυτή τη συλλογή με συμπάθεια η νέα ποιήτρια, γιατί θα της θυμίζει τον εαυτό της τον νεανικό, με την υπερβολή και την υπέρμετρη λαχτάρα να οργώσει χωράφια οργωμένα που μες στην τρέλα της και την νεανική της έξαψη τα θεωρούσε παρθένα.

Στο μεσοδιάστημα σου πετάει και αντικείμενα στο κεφάλι, χωρίς να μπαίνει στη διαδικασία να δει, να ψηλαφίσει ουσιαστικά αυτό που εκτοξεύει. Δεν εμβαθύνει στις δυνατές σχέσεις, τις εξαντλεί με αφοριστική διάθεση προκειμένου να προχωρήσει παρακάτω. Αγνοεί λόγω της ηλικίας της πρωτίστως τα «Τρία κρυφά ποιήματα» του Γιώργου Σεφέρη και την ζύμωση που οδηγεί στον στίχο «τα περισσότερα σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις».

Όταν κάποιος έχει τη στόφα του πρωταθλητή (όπως σαφώς συμβαίνει στην περίπτωση της Λαμπρινής Αιωροκλέους) πρέπει να τρίβεται διαρκώς με το αντικείμενο του, να βλέπει τι έκαναν και τι κάνουν οι άλλοι και διαλέγοντας τους σωστούς προπονητές να μάθει να κάνει υπομονή.

Της εύχομαι πραγματικά να πραγματώσει τις δυνατότητες της, γιατί υπάρχει όντως ένα εξαιρετικό δυναμικό καθώς και ένα ιδιόμορφο και ιδιόρρυθμο οριζόντιο και κάθετο άνοιγμα προς τον κόσμο και τις πλευρές του. Είναι γνήσια. Θα την παρακολουθώ.

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

William Blake and the "Nobody" of Jim Jarmusch




Thomas Verdois (3.verdois@...) started a very interesting conversation yesterday (4/9/2000) about the role of William Blake (the poet) on the movie "Dead Man" of Jim Jarmusch.[...]

We could start by making a reference to the name Nobody and its use. "Nobody" is one of the names that Blake uses for God, or instead of God. This thesis of Blake is not simple. (Also see Ludwig's mail:Jarmusch assured me that he was unaware of Nobodaddy, and that no such thought ever crossed his mind. -by Jonathan Rosenbaum).

Blake did not accept the idea of God that "people" had on his times (18th century). Blake thinks that God does not intervene in our world in order the right and good thing to be done. Thus, God includes bad and evil in "god-self" because god is everywhere and everything. Thus, God is composed or encloses controversies -as a whole or not-. We could now support -simplifying of course- that "Nobody", the Indian, on Dead Man, is a sort of God, the God, which finds Johnny Depp (Bill Blake), the "Dead Man", already dead, and takes his soul to lead it to the truth, to the One, not by guiding-teaching it, but showing it the endless way of self-taught:

"The eagle never lost so much time as when he submitted to learn from the crow" (W.Blake).

Johnny Depp at the moment he is found by Nobody, is already dead and has just started his big journey to stand before truth, leaving back any human activities. He has left his hometown, having back nothing at all (his parents have just died), he does not get the job, helped here somehow by the evil-ironic-coincidence, and then he meets Thel Russell (Mili Avital), the reformed prostitute who offers him shelter in a room festooned with paper flowers, almost the last step before getting out to begin his way to "real" freedom. [see Ludwig's mail: "The maiden Thel, whose name is derived from the Greek word for desire (in Greek is thelo:"θέλω"), is first glimpsed living in a state of aimless, pastoral bliss. She briefly enters the world of Experience (meaning, in this case, mature sexuality), then flees, horrified, back to the primal Vale of Har".](Jacob Levich). Also, we must note here the controversy of the world of Thel that just meets "Experience" and the world of Bill (Johnny Depp-William Blake) that just gets away from it. Controversies are non-stopping on Dead Man as they are in Blake's world.

Johnny tries to overcome the "material" side of being (paper flower e.t.c.) the need of food-need to work, the need of belonging someplace with beings (no shelter, no companion), and at last he overcomes the need of love-eros, the need for women, companionship, even sympathy. (Don't forget that Thel is also naive and frightened by the reality that they have shown her and she stays or flees in panic without any ability to act differently).

Johnny is on his way out of anti-Blake world, of "cosmos" of bad-meant/bad-builded "order", where harmony has no real place. Of course eros is the last step. Eros can not be condemned, Blake at least supports so, and eros is not meant only as love-sex for flesh, but as a need for a higher contact with any possible and available essence. Eros could be considered as being located between the two states. Eventually, it is just the mean on a meaningless condition.

At the end eros of everything-anything must be overcomed also and this is due to the fact that desire should have no place on the final journey to truth.

"Drive your cart and your plow over the bones of the dead"

(the last half hour of Dead Man shows this very clearly. Jarmusch insists on it).

Preparing for the big journey, the Dead-man-hero is helped by luck-coincidence or in other words we can say he is helped by fate-destiny:

"Some are Born to sweet delight / Some are Born to Endless Night."

Thus, his soul is close in being awakened, once it passes through the Door of Death, in seeking the truth, in order:

"To see a World in a Grain of Sand / And a Heaven in a Wild Flower."

Also note here in Ludwig's mail:
When Nobody rouses a sleeping Bill with the words

"Don't let the sun burn a hole in your ass: rise now, and drive your cart and your plow over the bones of the dead,"

he's paraphrasing a "Proverb of Hell" usually interpreted as an adjuration to the artist not to be constrained by tradition and precedent. (Jacob Levich)

5th of September 2000

from:

http://movies.groups.yahoo.com/group/jarmusch/message/672

Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

"Ο πόνος ως πόλη" του Δημήτρη Δημητριάδη


Στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων «Τέχνη και πολιτική» του ΑΠΘ, ο συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης έδωσε διάλεξη με θέμα: «Ο πόνος ως πόλη». ( Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010, στο Αμφιθέατρο του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης).

Εξαιρετική η διάλεξη "Ο πόνος ως πόλη". Κατάμεστο το αμφιθέατρο του ΜΜΣΤ. Ο άνθρωπος ως δημιουργός του θεού. Μετα-θρησκευτικό περιβάλλον, ο άνθρωπος μόνος, μες στον πόνο. Η τραγική αίσθηση στον Δημητριάδη πηγάζει από υπαρξιακά αίτια. Στη θέση της θρησκείας η τέχνη; Όχι! Η τέχνη δεν πρέπει να ανακουφίζει, να παρηγορεί. Ο άνθρωπος πρέπει να παραμένει ανοιχτός στον πόνο για να κατανοεί τη συνθήκη του διαρκώς, την περατότητα και θνητότητα του, να φωτίζει και να φωτίζεται, να συμπονά και να βελτιώνεται έκθετος και πάντοτε μόνος. Συναντά για λίγο τον άλλον, ανοίγεται στο επερχόμενο και αφήνει ανοιχτό το περασμένο και αναδύεται γήινος, διαχρονικός και οικουμενικός. Μεγάλες στιγμές. Σημαντική διάλεξη.


Ο Δημήτρης Δημητριάδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε θέατρο και κινηματογράφο στις Βρυξέλλες απ` το 1963 ώς το 1968. Εκεί έγραψε το 1966 το πρώτο θεατρικό του έργο, "Η τιμή της ανταρσίας στην μαύρη αγορά", το οποίο ανέβασε ο Patrice Chereau το 1968 στο Theatre d` Aubervilliers, στο Παρίσι. Το 1978 εκδόθηκε το "Πεθαίνω σαν χώρα", το πρώτο του πεζογράφημα, το 1980 η ποιητική ενότητα "Κατάλογοι 1-4" και το 1983 το θεατρικό του έργο "Η νέα εκκλησία του αίματος". Ακολούθησαν : "Η ανθρωπωδία. Η ανάθεση. Προοίμιο σε μια χιλιετία" (πεζογράφημα), "Κατάλογοι 5-8" (1986-ποιητική ενότητα), "Το ύψωμα" (1990-θεατρικό έργο), "Η άγνωστη αρμονία του άλλου αιώνα" (1992-θεατρικό), "Κατάλογοι 9-Οι ορισμοί" (1994-ποιητική ενότητα), "Η αρχή της ζωής" (1995-θεατρικό έργο, που ανέβηκε την ίδια χρονιά από τον Στέφανο Λαζαρίδη στο Θέατρο του Νότου), "Η ζάλη των ζώων πριν τη σφαγή" (2000-θεατρικό έργο σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά στο Θέατρο του Νότου) και "Λήθη και άλλοι τέσσερις μονόλογοι" (2000). Παράλληλα ασχολήθηκε συστηματικά με τη μετάφραση πεζογραφημάτων των Jean Genet, Georges Bataille, Witold Gombrowicz, Maurice Blanchot, Gιrard de Nerval, Balzac, Bernard-Marie Koltes, καθώς και τη μετάφραση θεατρικών έργων των Μολιέρου, Ευρυπίδη, J. Genet, G. Courteline, Tennessee Williams, Σαίξπηρ για διάφορα θέατρα. Μετά το 1980 συνεργάστηκε στενά με τις εκδόσεις ¶γρα, που έχουν εκδώσει το μεγαλύτερο μέρος του έργου του και πολλές μεταφράσεις του.

Βιβλιογραφία:
Διαδικασίες διακανονισμού διαφορών
Το άγγιγμα του βυθού
Χρύσιππος
Η ζάλη των ζώων πριν την σφαγή
Εκπνοή Ομηριάδα
Κατάλογοι 13-14
Insenso / Όπερα
Η εμπράγματη φαντασία
Η μεταφορά
Ιθάκη
Η τιμή της ανταρσίας στην μαύρη αγορά
Το πέρασμα στην άλλη όχθη
Ονείρου Οδύσσεια
Πεθαίνω σαν χώρα
Διαδικασίες διακανονισμού διαφορών
Η ανθρωπωδία - Μία ατελής χιλιετία I
Η ανθρωπωδία - Μία ατελής χιλιετία VII
Κατάλογοι 10-12
Λήθη και άλλοι τέσσερις μονόλογοι
Ξένος, ο άλλος μου εαυτός
Je meurs comme un pays
Η αρχή της ζωής
Κατάλογος 9
Η άγνωστη αρμονία του άλλου αιώνα
Σύγχρονος Oδηγός Aντιμετώπισης του Tραύματος
Το ύψωμα
Η Ανθρωπωδία - Η ανάθεση
Κατάλογοι 1-4
Κατάλογοι 5-8
Η νέα εκκλησία του αίματος

(CV και βιβλιογραφία από
http://www.protoporia.gr/author_info.php/authors_id/913649)

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

To "The Call" των Κώστα Μαγγίνα και Peter Salchev


Με συγκίνηση άκουσα και ακούω το «The Call». Οι προθέσεις των Κώστα Μαγγίνα και Peter Salchev είναι πλέον τόσο ξεκάθαρες. Φανταζόμουν ότι τους απασχολεί, πέρα από τον δρόμο, ο θάνατος και η φθορά, αλλά όχι τόσο έντονα και με τόσο μάλιστα δικό τους τρόπο. Τα φωτίζουν τα θέματα αυτά και ανοίγουν περιοχές.

Η προσωπική μου πάντα ανάγνωση στο έργο τους, από τις μέρες του "Ήμαρ" και του "Seven for a secret", εμπεριείχε βέβαια φθορά και απόσταση και σίγουρα έβλεπε τον δρόμο και την διαρκή αλλαγή των πραγμάτων στην προσπάθεια τους άλλοτε να γαντζωθούν από κάπου κι άλλοτε να αφεθούν στην ματαιότητα της περιπλάνησης, έχοντας την επίγνωση της ματαιότητας αυτής. Αλλά πλέον, στα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν από τις τελευταίες live "συναντήσεις" μας, στο «The Call» και σε μέρος του χθεσινού live στο Μπαχτσέ Τσιφλίκ στην Περαία στις 30/1/2010, τα θέματα, καθώς και οι διαρκείς ανανεούμενες προβληματικές και οι εκτελέσεις είναι πολύ πιο ξεκάθαρες.

Σταθερά και στιβαρά βήματα, ωριμότητα, γλυκιά απόσταση. Αντί να κλείσουν την πόρτα στην ματαιότητα και στη διαρκή επίγνωση της θνητότητας και του εκάστοτε τέλους, διαλέγουν να ταξιδεύουν με τραίνα σκουριασμένα και τα κεφάλια κρεμασμένα από το παράθυρο, κοιτούν τον ίλιγγο κατάματα και αφήνονται στον φθοροποιό αέρα, κινούνται και "απολαμβάνουν" με ωριμότητα τον δικό τους δρόμο, τον δρόμο της θνητότητας και της επίγνωσης της, δρόμο αντίστοιχο του "Νεκρού" του Jarmusch.

Τα τραίνα που ανέβαινε ο Μαγγίνας στο ντοκιμαντέρ στο Αμύνταιο είναι πλέον η βάρκα που περνάει τον "William Blake" στην ταινία απέναντι. Απέναντι όμως δεν υπάρχει τίποτα, όπως εχθές, απέναντι απ' το Μπαχτσέ δεν υπήρχε τίποτα, μόνο μαύρο, ούτε καν υποψία θάλασσας και φωτός.

Έτσι τα βλέπω σήμερα τα πράγματα. Το χθεσινό live και το cd έχουν εντυπωθεί πλέον βαθιά μέσα μου και θα με συνοδεύουν. Συγκίνηση και χαρά με δύο λόγια. Κρίμα πραγματικά που ήταν βραχνιασμένος ο Κώστας Μαγγίνας και δεν τον ακούγαμε εχθές, αυτόν και τα μοναδικά συνοδευτικά αλλά και αυτόνομα παραπαμπαμ του.

Το γεγονός ότι το «Κοιμητήριο του Αγίου Ιακώβου» (St. James infirmary) υπάρχει δύο φορές στο «The Call» (mandolin version και Traditional) υπογραμμίζει θέλω να πιστεύω τα παραπάνω.

Θα ήθελα πραγματικά να τον ακούω τον Κώστα Μαγγίνα με τον Salchev και θα ήθελα να ακολουθήσω στην Φιλιππούπολη (Plovdiv) την εβδομάδα που έρχεται (αρχές Φεβρουαρίου 2010). Ανυπομονώ να τους ξανακούσω.

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Θοδωρής Ρακόπουλος, Φαγιούμ, εκδ. Μανδραγόρας, 2010



Η συλλογή "Φαγιούμ" του Θ. Ρακόπουλου συνομιλεί με τους νεκρούς του Χ.Μπότσογλου και κυρίως με τη σειρά του "Νέκυια". Τα όρια των "δύο" κόσμων είναι ρευστά και το ποίημα "επιφάνια" (βλ. παρακάτω) δείχνει προς αυτή την κατεύθυνση.

Η ποίηση του Ρακόπουλου, στατική και εκρηκτική ταυτόχρονα, πονώντας ασπρόμαυρα σαν άλλη φωτογραφία, απλώνει τον κόσμο και τον πόνο και απλώνεται. Ουρλιάζει βουβά και βουβαίνει.

Βιογραφώντας τον θάνατο μιλάει για το πεπερασμένο του ανθρώπου. Κλαίει τους ζωντανούς ως ήδη νεκρούς και συνομιλεί με τους νεκρούς οικειοποιώντας την ύπαρξη που γλιστράει σχεδόν πάντα σαν ξένη.

Μια ποιητική-εικαστική-φωτογραφική κάθοδος στον Άδη ή αλλιώς ένα ανακάτεμα των ζωντανών και των νεκρών σε έναν τόπο λευκό, άλλοτε αστικό και άλλοτε υπαίθριο, που τυφλώνει.

Με δύο λόγια, η «επιφάνια» είναι ένα από τα πιο σημαντικά και ιδιαίτερα ποιήματα που έχουν γραφτεί τα τελευταία χρόνια στην ελληνική γλώσσα και το σύνολο της συλλογής, σύνθετο και πυκνό, απαιτεί διαρκείς αναγνώσεις. Σημαντικός ποιητής ο Θ. Ρακόπουλος.

Η ποίηση του, καθώς και ο ίδιος -ως ποιητής και άνθρωπος- όχι απλά φωτίζουν κάποιες αποχρώσεις της ύπαρξης, αλλά γίνονται -η ίδια η ποίηση του καθώς κι ο ίδιος ο ποιητής και ο ποιητικός του τρόπος- αποχρώσεις της.

Δεν συναντιούνται παρά σπάνια οι άνθρωποι, καθότι είναι ετεροχρονισμένοι. Με τον κ. Ρακόπουλο αξίζει να θυσιάσει κανείς πολλά προκειμένου να συγχρονιστεί. Από τους ελάχιστους ανθρώπους με τον οποίο επιθυμώ να συμπορευτώ.

επιφάνια

Στάθηκε λοιπόν μπροστά
με το πνευμόνι του διαμπερές
κι ένα μπουκάλι χωρίς πώμα
ή μέσα μήνυμα

με την αμηχανία του ακάλεστου
στο κατώφλι κυριακάτικα
όταν όλες οι κάβες έχουν κλείσει

«ρε Πάνο» του είπα, «από το χώμα έρχεσαι και μου μυρίζεις
σαν όταν έσκαβες χωράφια˙ ο ίδιος˙ κόπιασε».

εκείνος δεν απάντησε- ούτε καν φαίνονταν
να έχει καταλάβει˙ με κοίταζε αργά στο στήθος
σαν να ψάχνει τους υπότιτλους
κι έβγαζε ένα μαντήλι συνέχεια κόκκινο
σκουπίζοντας την ευφυΐα στάλα στάλα από το μέτωπο.

Δεν ήτανε στην γλώσσα ο Πάνος.
Δεν «τόʼχε» που λέν οι γλωσσοπλάστες.
Σε μια μαύρη φωτογραφία ήτανε, χωμένος στο παλιό του ρούχο.

σημ: αυτό το ποίημα βγήκε με αναμμένο το αλάρμ
μόλις προσπέρασα έναν που σου έμοιαζε ρε Πάνο
ακίνητος στο αεράκι του αμπελώνα
με το πουκάμισό του καπνισμένο
λογάριαζε την αριθμητική των πουλιών.

Θοδωρής Ρακόπουλος, Φαγιούμ, εκδ. Μανδραγόρας, 2010, σελ. 13.


Ο Θοδωρής Ρακόπουλος γεννήθηκε το 1981 στο Αμύνταιο. Σπούδασε Νομική κι Ανθρωπολογία. Ως ανθρωπολόγος, πραγματοποίησε εκτενή εθνογραφική έρευνα πεδίου στην Σικελία. Πρωτοπαρουσιάστηκε το 2004 σε συλλογικό τόμο των εκδόσεων Οδός Πανός. Έκτοτε, έχει δημοσιεύσει ποίηση, μετάφραση και κριτική σε περιοδικά κι εφημερίδες (ενδεικτικά: Παρέμβαση, Πανοπτικόν, Εντευκτήριο, Πλανόδιον, Αυγή), ενώ συνεργάζεται με τα περιοδικά Μανδραγόρας, Οροπέδιο κι Ένεκεν. Η συλλογή «Φαγιούμ», που εκδόθηκε την άνοιξη του 2010 από τις εκδόσεις Μανδραγόρας, είναι το πρώτο του βιβλίο. Ζει μεταξύ Θεσσαλονίκης και Λονδίνου.

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Χλόη Κουτσουμπέλη, "Η Αλεπού και ο κόκκινος χορός"


Απογοητευτική η φιλολογική (κι όχι δυστυχώς ποιητική) παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη «Η αλεπού και ο κόκκινος χορός» εχθές (4/2/2010) στον «Βιβλιορυθμό» στη Θεσσαλονίκη.

Το βιβλίο παρουσίασαν η πεζογράφος Μαρία Κουγιουμτζή και ο ποιητής και δημοσιογράφος Γιώργος Γιαννόπουλος (εκδότης του περιοδικού Ένεκεν).

Η Μαρία Κουγιουμτζή παρουσίασε την ποιήτρια με τρόπο σχολαστικά φιλολογικό, φλερτάροντας αδιάκοπα με την ανία και σίγουρα όχι φωτίζοντας τα ποιήματα ή καλλιεργώντας κάποια προσμονή γι’ αυτά. Ευτυχώς τα ποιήματα που παρεμβάλλονταν (αντί να είναι το ζητούμενο) τα διάβαζε η ίδια η ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη, διακόπτοντας έτσι την ομιλία-διδασκαλία τύπου λογοτεχνικών κειμένων λυκείου της κ. Κουγιουμτζή. Στην παραπάνω εντύπωση συντέλεσε πρωτίστως ο τρόπος της παρουσιάστριας και η άχρωμη φωνή της και ο ξεφτισμένος τόνος της και δευτερευόντως το περιεχόμενο της ομιλίας της. Τα περιόρισε δε στην δική της αντίληψη, κλείνοντας τα.

Ο κ. Γιώργος Γιαννόπουλος, ο οποίος έφτασε στο σημείο να πει λάθος μέχρι και τον τίτλο της ποιητικής συλλογής, άρπαξε προφανώς την ευκαιρία, καθότι φαίνεται του ζητήθηκε να παρουσιάσει την κ. Κουτσουμπέλη, και μας «τράβηξε» μια οικονομικο-πολιτική διάλεξη, διανθισμένη με σχόλια κοινωνιολογικής και ψυχολογικής χροιάς που κοιτιόμασταν μεταξύ μας. Για να αντιληφθεί κανείς το άσχετο του πράγματος, εκεί που ας θεωρήσουμε ότι εστιάζαμε με το google earth τουλάχιστον στη γειτονιά της δημιουργικότητας και της ποιητικής δημιουργίας της κ. Κουτσουμπέλη, ο κ Γιαννόπουλος έκανε zoom out και μας έδειξε ολόκληρο τον πλανήτη! Είχε δε το θράσος να μας πει πως όσα λέει σχετίζονται με την ποιήτρια. Στην καλύτερη περίπτωση η συσχέτιση μαζί της εξαντλούνταν στον τρόπο βιοπορισμού της παρουσιαζόμενης (τραπεζικός). Πάλι καλά που κρατήθηκε και δεν τη χαρακτήρισε σημαντική ποιήτρια λόγω της κοινής «τραπεζικότητας» της με την Κική Δημουλά!

Η ευγενέστατη κ. Χλόη Κουτσουμπέλη ευχαρίστησε πάραυτα και τους δύο παρουσιαστές της (προφανώς τους επέλεξε και αυτοδαγκώθηκε) και εκεί που θα έπρεπε να γίνει μια κάποια «ζωντανή» συζήτηση με το κοινό, να σωθούν κάπως τα πράγματα, επέλεξε γρήγορα να διαβάσει κι άλλα ποιήματα της, δίχως να κρύψει καθόλου την λανθασμένη αγωνία της να διαβαστούν όσα πιο πολλά ποιήματα γίνεται, λες και ήταν αυτό το ζητούμενο.

Θα επιθυμούσα πραγματικά τα παραπάνω να ήταν δικές μου μόνο εντυπώσεις, αλλά δυστυχώς η πραγματικότητα ήταν άλλη. Ενδεικτικά από τους 70-80 παρευρισκομένους, ζήτημα να χειροκρότησαν οι 10 στο τέλος, κι αυτοί χλιαρά, αν όχι ψόφια.Και εκεί που λες τελειώσαμε επιτέλους, πετάγεται ο ανεκδιήγητος Περικλής Σφυρίδης και αντί να εστιάσει την προσοχή μας κάπως στη συγκεκριμένη βραδιά, «διαφήμισε» διάφορα δικά του που ακολουθούν στην πόλη, προκαλώντας περαιτέρω αμηχανία.

Το μόνο θετικό της βραδιάς, πέρα απ’ το ότι ακούσαμε την ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη να διαβάζει η ίδια τα ποιήματα της, είναι το γεγονός της παρουσίας του Ντίνου Χριστιανόπουλου, ο οποίος παραδόξως κρατήθηκε (λόγω ηλικίας και της αυξημένης έγνοιας που έχει πλέον για την υστεροφημία του) και δεν είπε τα δικά του, δηλαδή δεν έθαψε την παρουσιαζόμενη.

Συνεπώς όσοι δεν παραβρεθήκατε στη βιβλιοπαρουσίαση, προστάτευσατε τον εαυτό σας από μια αρνητική γεύση πάνω στο ιδιαίτερο και σημαντικό έργο της κ. Χλόης Κουτσουμπέλη. Ενδεικτικά υπενθυμίζω τις «Άδειες Μέρες» και το «Όταν μπαίνεις μέσα μου».


http://www.poiein.gr/archives/8860/index.html
http://www.poiein.gr/archives/6233/index.html

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Γιάννης Λειβαδάς, Το εισαγωγικό ποίημα από την "Άτη", υπό έκδοση, φθινόπωρο 2010


«Ωραίο ν’ ακούς τα βάσανα μιας σκέψης/που έχει τις ρίζες της χωμένες στο σκοτάδι/όπου ξυπνήσαμε όλοι/κι ανάθεμα τη σκοταδιά το μάρμαρο το ξόδι/γιατί είμαστε όλοι ανήλιαγα σε πέτρα λαξεμένοι.» H «Άτη» του Γιάννη Λειβαδά κατασκευάστηκε για να χρησιμοποιηθεί ως επιτάφιο σήμα, για να υπενθυμίζει ως μικρή θεά, με την ιδιότυπη παραφροσύνη της και την τύφλωση της, την επιβεβλημένη «άνωθεν» στον άνθρωπο θνητότητα και περατότητα του. Τον τιμωρεί τον άνθρωπο για την αλαζονεία του, οδηγώντας τον στη συμφορά, στον όλεθρο, στον τάφο, τον δικό του και των οικείων του.

Τώρα που «Η εποχή που μιλούσαμε δυσνόητα πέρασε» ως άλλος σύγχρονος αττικός αμφορέας, μελανόμορφος, τοποθετείται η «Ατη» ως κτέρισμα στην ταφή του ανθρώπου στην οποία καλούμαστε από τον ποιητή Λειβαδά να παραβρεθούμε. O ενταφιασμένος ο κάθε ένας από εμάς. Γινόμαστε εμείς σταδιακά ο νεκρός καθώς ξετυλίγεται ο ποιητικός του κόσμος.

Κουβάρι που λύνεται προς όλες τις διαστάσεις «είμαι στην είσοδο ενός μυαλού ξενοδοχείου/και έρχομαι από παντού», η ποίηση του Λειβαδά εξοικειώνει τον άνθρωπο με τον θάνατο, τον μετεωρισμό του θανάτου, που τον γειώνει περίτεχνα, φέρνοντας τον στο ύψος των ματιών του κάθε ανοιχτού στο επερχόμενο ανθρώπου.

«Γεννάμε ένα ακόμα σκουλήκι/Που θα χορτάσει μ’ ό,τι έχουμε νιώσει». «Η τέχνη είναι εξίσου ηλίθια με τη μνήμη,/ ο τρόμος προηγείται της λέξης». Σαν πρησμένη συνείδηση προσπαθεί να ηρεμήσει η σκέψη, ο τρόπος του ο ποιητικός, ο ταυτισμένος με την ζωή, καταγράφοντας τον άνθρωπο και τα ανθρώπινα. Έτσι, ως ερημίτες-ήρωες μαζί με τον ποιητή Λειβαδά πλέουμε άλλοτε ονειρικά και άλλοτε βασανιστικά πάνω σε έναν τόπο-νησί που γαληνεύει μα μετά αναστατώνεται, πάνω σε μια λίμνη που εναλλάσσει γύρω μας το μαύρο με το γαλάζιο, το κόκκινο με τον άνθρωπο «και γυρίζω για ένα λεπτό να μιλήσω/για της ζωής το παράξενο όνειρο/ενάντια στον άνθρωπο.»

Η ζωή τάχα ακολουθεί τους ατάραχους ρυθμούς των εποχών, μα οι άνθρωποι δεν αποκόπτονται ποτέ από τα εγκόσμια, δεν μπορούν να αποφύγουν την έλξη της ζωής, τα πάθη και τα βάσανά της, καθώς «τα νύχια που σκάβουν τον λάκκο τους ανήκουν/σε δάχτυλα που σχηματίζουν το σήμα της νίκης».

Κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα του ποιητή, παίρνουμε μαζί με τον ίδιο ένα σκληρό μάθημα συνειδητοποιώντας αδιάκοπα το δύσβατο του κόσμου. «Δυσοίωνη φιλική σκιά με αναζητάς κάπως άτσαλα» και «δεν ξέρω αν έχω αναποδογυρίσει ίσια». Το πάθος δεν σώζει, καθώς κι ο ποιητικός του λόγος «Σου λέω δεν έχω τη γνώση που σώζει,/μα την άλλη».

Εισβάλλει στον κλειστό μας κόσμο και τον ανοίγει. Ο πόθος για ζωή και πραγμάτωση δεν οδηγεί στην εμμονή και στο έγκλημα, αλλά στην περισυλλογή και στην ματαίωση, μεταθέτοντας τη συντριβή του ανθρώπου, συντρίβοντας τον. Δεν αφυπνίζει η ποίηση του Λειβαδά, φωνάζει τον θάνατο να συντροφεύσει τον άνθρωπο.

Τονίζει συχνά σημαντικές λεπτομέρειες, κρατώντας «όλες τις φωτιές του ρυθμού» στο σύνολο των ποιημάτων του, επαναθέτοντας την ποιητική προβληματική του.

«Ο ουρανός δεν είναι πάντα παρισινός/είναι το κάτω μέρος μιας/αναίσθητης γάζας στον πόνο». Δεν εγκαταλείπει το περίγραμμα στις μορφές που δημιούργει, «έκανες την ερημιά κρεμάλα». Χρησιμοποιεί λίγο χρώμα, κυρίως κόκκινο σε μεγάλες επιφάνειες ή σε εναλλαγή με το μαύρο, «Καμιά φορά παρατηρείς απρόσμενα τα πάντα/κάπως να μοιάζουν σαν αλλιώτικα/απελπισμένος από απαίσιο πράγμα:/μήπως και κουραστείς απ’ τη ρευστότητα.»

Οι συνθέσεις του διακρίνονται για τη σφριγηλή σωματικότητα των μορφών, την έκδηλη δραματικότητα και τη ζωντάνια τους καθώς «η αδιάσπαστη συνοχή/του Εγώ/για εκατό χρόνια/ίδια και απαράλλαχτη/πρήζεται σαν ζώο πεθαίνει». Στον ώμο της ζωής –σαν σε αγγείο- η ποίηση του Λειβαδά ως πλοχμός από ανθέμια και άνθη λωτού φωτίζει στολίζοντας την ύπαρξη.

Τέλος συνομιλεί κυρίως στο ΙΙΙ με το “Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας…και πάλι άνοιξη” του Κιμ Κι Ντουκ, βαθαίνοντας περαιτέρω και φωτίζοντας πιο δύσκολες και ενδιάμεσες αποχρώσεις. Μεστός θανάτου δεν ανήκει στο κοινωνικό περιθώριο, αλλά στο πνευματικό, τείνοντας χείρα φιλίας χωρίς τη θέληση να καθοδηγήσει.

Την Άτη την φοβούνταν σύμφωνα με την αρχαία μυθολογία ακόμα και οι δώδεκα θεοί. Η κόρη αυτή του Δία θόλωσε ακόμα και το μυαλό του πατέρα της που εκτός ελέγχου την άρπαξε και την τίναξε στη Γη, απαγορεύοντας της για πάντα την είσοδο στον Όλυμπο. Την διέταξε να ταλαιπωρεί μόνο τους ανθρώπους. Μόνο ο άνθρωπος που αγαπάει την έκθεση, τη γύμνια και το μετέωρο του ανθρώπου, μπορεί να αναμετρηθεί με την ποίηση του Γιάννη Λειβαδά. Ωστόσο, δεν βγαίνεις ταλαιπωρημένος από την ποίηση του, αλλά γονατίζεις τον θάνατο, τον κατεβάζεις μια σπιθαμή, καθώς πεθαίνεις.

http://www.poiein.gr/archives/10005/index.html

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Θανάσης Αθανάσιος, Υαλοκαμβάς, εκδ. Ενδυμίων, 2009


Το πιο καίριο χτύπημα εναντίον του υπερρεαλισμού ανήκει στον Mark Rothko (Μαρκ Ρόθκο) -ο πιο σημαντικός Αμερικανός ζωγράφος του 20ου αιώνα με διαφορά- ο οποίος σημειώνει σε συνέντευξη του στον William Seitz τo 1953 πως “ενώ οι σουρεαλιστές ενδιαφέρονταν να μεταφράσουν τον πραγματικό κόσμο σε όνειρο, εμείς τονίζαμε ότι τα σύμβολα ήταν πραγματικά”, θυμίζοντας με αυτό το καταπληκτικό «τα ΣΥΜΒΟΛΑ ήταν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ» τον Μίλτο Σαχτούρη και τη διαφορά του ποιητικού αναστήματος του από τους σημαντικούς –αλλά όχι τόσο- Εμπειρίκο και Εγγονόπουλο.

Ενώ οι υπερρεαλιστές –τόσο ποιητικά όσο και εικαστικά- έρχονται και μεταφράζουν το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ σε ONEIΡIKO, εξαϋλώνοντας (απο-υλώνοντας) την βαριά πραγματικότητα, έρχονται οι «εξπρεσιονιστές» τύπου Σαχτούρη και Rothko και σε αφήνουν ενεό και εκστασιασμένο –χωρίζοντας τη ζωή σου στα δύο- με την τόση πραγματικότητα τους, παραπέμποντας και στα «Τέσσερα Κουαρτέτα» του T.S. Eliot και στον στίχο του «το ανθρώπινο είδος δεν αντέχει και πολύ πραγματικότητα», δείχνοντας –προς που άλλου;- προς την φθορά και τον θάνατο (που προκαλούνται τόσο από φυσικά αίτια όσο και από «ανθρώπινα»).

Τα παραπάνω καταδεικνύουν και τα ενοχλητικά σημεία του κατεξοχήν σουρεαλιστή ζωγράφου, του Dali, που σε συνδυασμό με την εσκεμμένη παραδοξότητα του και την εγωκεντρικότητα του, «αποτελειώνουν», παραπλανούν και επισύρουν και εύκολες «αναγνώσεις», τόσο στο έργο του ίδιου, όσο και στο σύνολο του σουρεαλισμού.

Το ζητούμενο συνεπώς είναι το σουρεαλιστικό να παραμένει σε επίπεδο στοιχείου (και όχι ολότητας) και να υπηρετεί ένα όραμα Πραγματικό που στέκεται πραγματικά στην πραγματικότητα (δια της υπερβολής καθίσταται το αυτονόητο σαφές). Ο υπερρεαλισμός από μόνος του είναι μια υπερβολή-πυροτέχνημα που δεν μπορεί να σταθεί και είναι ένα στάδιο από το οποίο σίγουρα καλώς και υγειώς πέρασε η «ανθρωπότητα» και κάθε άνθρωπος ενδεχομένως σε κάποιο στάδιο της ζωής του.


Υπάρχουν ποιήματα και του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου που στέκονται όχι απλά αρτιότατα και άνετα, αλλά και συγκινούν μοναδικά. Ενδεικτικά πάντως οι Rothko (τις δεκαετίες του 1920 και 1930) και Σαχτούρης (υποθέτω πριν δημοσιεύσει) περνούν απ’ αυτόν και επιλέγουν να κρατήσουν μόνο σημεία του και χρησιμοποιώντας τον δημιουργικά και συνδυαστικά -εντός πάντοτε του πραγματικού-, κατάφεραν να εκτοξεύσουν τελικά τις ανυπέρβλητες και μοναδικές -στις κατηγορίες τους- δημιουργίες του.


Το ίδιο εύχομαι πραγματικά και στον πραγματικά πολλά υποσχόμενο Θανάση Αθανάσιο. Θα αναφερθώ στους καταπληκτικούς στίχους του ποιητή του «Υαλοκαμβά» που ξεχωρίζουν «Υπάρχει ακόμα ένας μοχλός με τον οποίον τα άστρα γίνονται προβατίνες/ και οι αξιώσεις μας σημεία», στους ιδιαίτερους «κυρίαρχος ρυθμός ήταν ο β/ και παρόλη την ανάγκη μου να αισθανθώ άνθρωπος/ καταβρόχθισα τα ρολόγια μαζί με τις αλυσίδες» (εδώ θυμίζει και Dali) και στους δημιουργικά αποστασιοποιημένους «από του χρόνου ανοίγει η πολυπόθητη διώρυγα του αυτιού/ και οι συνεχείς πλίνθινες κυρίες/ θα μιλάνε αλλιώς/ενώ θα προστάζουν τους παπάδες να κοιμούνται εναλλάξ/ πάνω στις λόγχες του ασβέστη». Επίσης θα ήταν καλό να κρατήσουμε πως ο Θανάσης Αθανάσιος ειρωνεύεται και τον εαυτό του γράφοντας στην αυτοπροσωπογραφία του πως «βρίθει από λέξεις και βυζιά/ να μάθει να μην βουίζει άλλη φορά». Κλείνοντας σημειώνω και το εύηχο του όλου πράγματος και ενδεικτικά παραθέτω:και δεν θυμάμαι που έχω αφήσει το ροδόνερο των αστικών μας/λίκνων/αχ πεφταστέρι/δίχρωμο/ευνουχισμένο/σκατοκέφαλο/πεφταστέρι αχ!!


Χριστόφορος Φωτιάδης, Οκτώ ποιήματα από το Ποιείν


Το ζητούμενο στα «8 ποιήματα» του κ. Χριστόφορου Φωτιάδη δεν είναι η κουκούλα (η φωτογραφία με την βοήθεια και του μότο του ποιήματος «Δεκεμβριανό» (Άλλη μια προσπάθεια έλληνες/Για να γίνετε μηδενιστές. [Το μόνο που έχεις/Να χάσεις/Αλυσίδες]) όντως παρασέρνει σε μια πρώτη ενδεχομένως λανθασμένη ανάγνωση, οδηγώντας στην αποκλειστική εστίαση της αναρχίας και του μηδενισμού).

Σημειώνει ο ίδιος ο ποιητής -μοιράζοντας κλειδιά- στο “Στάβλο” πως “Ένα τρένο είναι πιο ζεστό από ένα σπίτι πιο οριστικό από θάνατο ακαριαίο” βοηθώντας με να εστιάσω στον δρόμο, στο ταξίδι και στην ηδονή ως τα κυρίαρχα «ζητούμενα».

Η ποίηση του Φωτιάδη έρχεται κυρίως από τα ορμέφυτα του ανθρώπου δίχως να επιζητεί την κυριαρχία και την αυτοσυντήρηση, αλλά την ηδονή, κι αυτή στα πλαίσια μιας σοπενχαουρικής λογικής, τονίζοντας «Η επιθυμία για ζωή πονάει./ Η ανάγκη για κατανάλωση εργάζεται./ Ο Πολιτισμός/ Ως Βούληση-/ Ως Παράσταση.» και φιλτράροντας ή και περνώντας βίαια –καθώς ταιριάζει- τον Σοπενχάουερ από τη «Σχολή της Φρανκφούρτης» για να μας τον φέρει στις μέρες μας, όντως στα πλαίσια μιας «αλλαγμένης» Ελλάδας μετά τον Δεκέμβρη του 2008 (μόνο έτσι μπορώ να κατανοήσω και το μότο στο Δεκεμβριανό «Άλλη μια προσπάθεια έλληνες/ Για να γίνετε μηδενιστές.»)

Δίχως να διψά για τον Άλλον, αφού τον θεωρεί -στην καλύτερη των περιπτώσεων- προέκταση του εαυτού του και αυτόν και τον κόσμο, χαίρεται για την γενικότερη αντίδραση και την καταστροφή «οι φλόγες κυμάτισαν με μία πρωτόγνωρη αίγλη» και θρηνεί για τη φαινομενική παθητικότητα των «συμπολιτών» του οι οποίοι δεν επικροτούν το όραμα του και γι’ αυτό τους προτρέπει στην δράση «[Το μόνο που έχεις/ Να χάσεις/ Αλυσίδες].

Αξίζει να σημειωθεί εδώ στο έξυπνο αυτό τρίστιχο πως βλέπει τον Άλλον ως μια αλυσίδα, καθώς το μόνο που πραγματικά έχει είναι αυτό, στερώντας του την αυθυπαρξία του και την μοναδικότητα του.

Εδώ εντάσσεται και το κλίμα γιορτής, θριάμβου και προτροπής που φαίνεται πεντακάθαρα στο ποίημα «Δεκεμβριανό» και σε στίχους του όπως «Με τον δεύτερο ήλιο επεισοδίων έγινε εκτεταμένη χρήση χασίς» και «Καμένο γκρίζο πλαστικό χιονόνερο έπεσε».

Η προτροπή και η γιορτή ωστόσο έχουν και την έννοια του σκοτεινού και του θρήνου, καθώς διέπονται από την επίγνωση της μη δυνατής ουσιαστικής αλλαγής «Δώματα και θύρες νέες θάλλουν/ Σκατά.» και έτσι ο ίδιος ο ποιητής αλυσοδεμένος και αυτός οδηγείται με τους «ομοίους» του πλέον, σαν Άλλος κι αυτός στο ταξίδι κυρίως το εσωτερικό «Δώσε μας μαύρο μόχθο καλλιέργειας ολλανδικής,/ […]/Δώσε μας άοσμες, άχρωμες, καλειδοσκοπικές, θεϊκής βροχής σταγόνες/ Ρέκβιεμ για τους νευρώνες που έπεσαν θωρώντας το βασίλειο.»

Επιθυμεί ωστόσο να κινηθεί και εξωτερικά γι’ αυτό μας μιλάει και για τρένα, για τα στενά του Άμστερνταμ που πρέπει να εισαχθούν σε μεγαλύτερες και πιο «ελεύθερες» ποσότητες και στην Αθήνα, «Τσακωμοί στα σοκάκια σε άγνωστες γλώσσες,/ Στην είσοδο κάποιος τραβάει μαλακία./ Η τσατσά καθαρίζει το σπέρμα./ Είναι μία παρέλαση αρωμάτων./ Είναι μία υπέροχη γύμνια./Είναι μια κίνηση προς το φως!» Κινείται ο ποιητής και δείχνει προς τα κάπου, αλλά ταυτόχρονα υπογραμμίζει πως «Άλογα με πονεμένη μέση, με πληγωμένα λαγόνια.» δεν έχουμε να πάμε πουθενά, καθώς «Βαρέθηκα […] τους ήπια εξεγερμένους […] τους επαίτες του αυτονόητου[…], τους αγωνιστές που ωστόσο κουτσοί και στραβοί βγάζουν τη μέρα.» αφήνοντας στον καθένα το βάρος του δρόμου του και της επιλογής του που πρέπει να είναι όσο γίνεται πιο συνειδητή και συστηματική.


Κλείνοντας θέλω να σημειώσω πως ενώ ενδεχομένως η ποίηση του να φαντάζει σκόπιμα προκλητική σε κάποια σημεία, κάτι τέτοια τελικά δεν συμβαίνει, διότι υπηρετεί τελικά μια ευρύτερη και ξεκάθαρη σύλληψη στην οποία εντάσσει το έργο του και τον κάθε στίχο του। Τεχνίτης πραγματικά καλός, συνδυάζει αριστοτεχνικά την αίσθηση του και τα συναισθήματα του με τον στοχασμό. Διαβασμένος ποιητής που έχει συναίσθηση του τι συμβαίνει όχι απλά γύρω του, αλλά και στο παρελθόν, κρατώντας αυτά που του «ταιριάζουν» και μεταπλάθοντας τα δημιουργικά τα αφομοιωμένα, τα ενσωματώνει στον δικό του πάντα πρωτότυπο λόγο υπηρετώντας το «όραμα» του.