Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Η "αντοχή των υλικών" του Θ. Καλαμπούκα (σημείωμα του Τάσου Φάλκου)



Μερικοί άνθρωποι θαρρείς ότι γεννήθηκαν σοβαροί, θέλω να πω ότι δεν κάνουν βιαστικές ενέργειες για τις οποίες έπειτα θα μετανιώσουν, δεν υπερβάλλουν τις δυνάμεις τους και ασκούν αυστηρή κριτική στον εαυτό τους. Κάποτε όμως -σπάνια- η κριτική αυτή αποβαίνει ένα είδος τροχοπέδης, χρήσιμης βέβαια για την τελείωση ενός έργου, υπερβολική όμως όταν παραλύει τελικά τη δημιουργία.
Όταν πριν από χρόνια ήρθα σ' επαφή με τα ποιήματα του Θ. Καλαμπούκα και πληροφορήθηκα ότι δεν είχε δημοσιεύσει τίποτε -θα ήταν τότε υποθέτω σαραντάρης- προσπάθησα κι εγώ να τον πείσω να σταματήσει την μόνιμα, όπως διαπίστωσα, αρνητική στάση του απέναντι στο έργο του, που για τον λόγο αυτό είναι και περιορισμένο σε έκταση.
Για χρόνια δεν είχα καμιά επιτυχία. Έφτασε να μου πει ειρωνικά: "αν όπως λες σου αρέσουν, πάρτ' τα και δημοσίευσέ τα με το όνομά σου". Όχι πως δεν ήξερε τις αρετές αυτών που είχε γράψει, αλλά έβαζε τον πήχη πολύ ψηλά. Αλλά το επιθυμητό πάντα απέχει απ' το πραγματικό. Αυτό συμβαίνει με όλους μας. Μα πρέπει κάποτε να κατεβεί κανείς στον στίβο.
Χαίρομαι που σήμερα ο Θ. Καλαμπούκας, έστω με καθυστέρηση πολλών ετών, προσθέτει τους πυκνότατους στίχους του και την ιδιαίτερη φωνή του στην ελληνική πολυφωνία".

Τάσος Φάλκος
Λογοτέχνης - Καθηγητής φιλοσοφίας

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Τάσος Φάλκος, “Σχεδιάσματα με φως”, εκδ. Ζήτρος, 2005 (Κριτική: Πέτρος Γκολίτσης)


Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΣΤΟΝ Τ. ΦΑΛΚΟ (Απόπειρα προσέγγισης)

http://www.poiein.gr/archives/11421/index.html

Το φως είναι μια έννοια που απασχολεί βαθύτατα τον Φάλκο. Ο ομηρικός πολεμιστής απεχθάνεται το σκότος και ζητάει από τον θεό να διαλύσει το νέφος που τους είχε τυλίξει, εν δε φάει και όλεσον, κι ας πεθάνω μέσα στο φως!.. Η φράση αυτή κατά τον Φάλκο εκφράζει την καθαρότητα και την ανάγκη για σαφήνεια που αισθάνεται ο αρχαίος Έλληνας. Το θέμα βέβαια είναι απέραντο, και οι φιλοδοξίες κάθε μελετητή δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένες. Εδώ θα επικεντρωθώ κυρίως -όχι όμως αποκλειστικά- στα “Σχεδιάσματα με φως”, όπου φαίνεται ότι έκανε μια συγκεντρωτική προσπάθεια να καταγράψει τις θεωρήσεις του, ποιητικές και φιλοσοφικές, χωρίς βέβαια να θεωρεί πως έκλεισε το θέμα, ακόμα και για τον εαυτό του, γιʼ αυτό -και όχι από μετριοφροσύνη- αποκαλεί τα ποιήματα της συλλογής «σχεδιάσματα».
Ο ίδιος γράφει στο οπισθόφυλλο του έργου: «Τα Σχεδιάσματα με φως αποτελούν ένα προσχέδιο της ιστορίας του φωτός από την αυγινή ώρα ως την εποχή της τραγικής αλλοίωσής του». Πρόκειται δηλαδή για μια σύνθεση με συγκεκριμένο σχέδιο. Ο Φάλκος ρέπει προς τις ευρύτερες συνθέσεις, που απαιτούν προσεκτικά μελετημένο σχέδιο, αρχιτεκτονική, ισορροπία και ίση κατά το δυνατό αξία των μερών. Τα ποιήματά του, σημαντικά από μόνα τους, αποκτούν μεγαλύτερη απήχηση και αξία, αν διαβαστούν μέσα στο ευρύτερο σχέδιο, του οποίου αποτελούν ένα τμήμα. Είναι όπως τʼ αγάλματα των αετωμάτων και της ζωφόρου των αρχαίων ναών, που είναι αξιόλογα από μόνα τους, αλλά βρίσκουν νέα σημασία και ολοκλήρωση μέσα σʼ ένα σύνολο.
Τα ποιήματα έχουν ενταχθεί σε τρεις ενότητες, που δηλώνουν μια προοδευτική απομάκρυνση από το φως, που στο τέλος, αποκομμένο από τις πηγές που το στήριζαν, καταντά ακατανόητο και κάποτε δολοφονικό, όπως οι μεγάλες ανθρωπιστικές και θρησκευτικές ιδέες, που στα χέρια ανάξιων οπαδών και επιγόνων -«παραχαρακτών», όπως σημειώνει ο Φάλκος- καταντούν απάνθρωπες. Πρόκειται δηλαδή για την τραγωδία του ανθρώπινου πνεύματος.
Στο πρώτο μέρος, Της ήρεμης ζωής, το φως έχει την αρχική, θετική αξία. Είναι το φως τόσο της φυσικής όσο και της πνευματικής, της θρησκευτικής, της καλλιτεχνικής κτλ. ζωής. Είναι λοιπόν το φως των ιδεών, το θεϊκό φως, το φως που εκπέμπει η ομορφιά κτλ. Τα ποιήματα διακρίνονται από μια ευρηματικότητα, μια θαυμαστή εικονοπλασία και μουσικότητα, μια χαρακτηριστικά «φάλκεια» ομορφιά και αποπνέουν μια ευεξία, μια χαρά ζωής, θα έλεγα μια ευτυχία, αλλά και κάποια ελαφρά ειρωνική «αφέλεια», αν λογαριάσουμε τα όσα ακολουθούν. Έντονη είναι και η φιλοσοφική διάθεση (Τοπίο με παιδί): «Ανάμεσα σε δυο σκοτάδια/πλέει καφετιά βαρκούλα/πάνω σε κίτρινο πορτοκαλί/Ο χρόνος το καφέ παιδί/χαίρεται με τη ζωγραφιά του/το γέλιο του φωτίζει τη βαρκούλα».
Με το αρχικό αυτό ποίημα ο Φάλκος αποδίδει φόρο τιμής στον μεγάλο δάσκαλό του, τον Ηράκλειτο: «παις ο αιών, πεσσεύων, παιδός η βασιλείη», ο χρόνος, η αιωνιότητα, είναι ένα παιδί που παίζει κότσια. Η βασιλεία ανήκει στο παιδί. Δίνει στην εικόνα προσωπική, έντονα εικαστική χροιά, υπογραμμίζοντας τα δυο χαοτικά σκοτάδια ανάμεσα στα οποία συντελείται η δημιουργία (και όπου πιθανότατα θα καταλήξει), και με το γέλιο που φωτίζει τη βαρκούλα, μια μελαγχολικά «αισιόδοξη» νότα μέσα στο τραγικό…
Το φως είναι αυτό που δίνει τη δυνατότητα στα όντα να υπάρξουν (Νησιά): «Υπάρχουνε στο πέλαγος νησιά/θαμμένα κάτω από γαλάζιους όγκους/Και στην καρδιά βομβούν πουλιά/μέσα σε κρύπτες βαθυκόκκινες κλεισμένα/Μάταια προσπαθούν να βγουν στο φως/να υπάρξουν»
Συγκινητικός και αποκαλυπτικός είναι και όταν μιλάει για τον εαυτό του (Το φως και το νερό): «Νέος αγάπησα το φως/Πώς όμως να το παραβάλω με τʼ ακοίμητο νερό;/Εγώ μες στο νερό γεννήθηκα/κάτω απʼ το σύννεφο και τον αέρα/Και πώς να κατοικήσω μες στο φως;/Θα με συνέτριβε μόνο σε μια στιγμή!/Έτσι λοιπόν κάθομαι εδώ κι αντανακλώ το φως/με τη νερένια ύπαρξή μου».
Στα ποιήματα που παραθέσαμε, αλλά και αλλού, μεταπλάθει δημιουργικά τον Ηράκλειτο, θεωρώντας τον αφετηρία. Έχει σχέση ζωής μαζί του, ενθουσιασμού και έντασης, ενίοτε ταύτισης, αλλά και αντίθεσης, κάποτε έντονης. Είναι φανερό ότι διατηρεί πάντοτε την αυτονομία του και ακολουθεί διαφορετικό δρόμο, με οδηγό την τραγικά διχασμένη σύγχρονη συνείδησή του. Η κύρια αντίθεση του Φάλκου προς τον Ηράκλειτο είναι ηθικής τάξεως, όπως ο ίδιος εξηγεί (Ηράκλειτος, πρόλογος, σ. 16 εξ.):
«Αλλά οι σχέσεις σου με κάποιον που αγαπάς πολύ περνούν συχνά κάποιες δοκιμασίες. Καταλαβαίνω τι εννοεί όταν μου λέει ότι ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων και ότι άλλους τους κάνει ελεύθερους και άλλους δούλους. Ακόμα μια αιώνια αλήθεια. Το κύριο χαρακτηριστικό της ίδιας της ζωής είναι η αλληλοκαταβρόχθιση […] Αλλά αυτοί που έζησαν στα τρυφερά τους χρόνια τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κι έπειτα τον εμφύλιο, αυτοί που έμαθαν για τη Μικρασία και την εξόντωση των Αρμενίων, αυτοί που έζησαν τον πόλεμο του Βιετνάμ και όσους άλλους άθλιους «πολέμους» σχεδιάστηκαν στον βρομερό αιώνα μας, τον αθλιότερο κατά τη γνώμη μου όλων των εποχών, αισθάνονται μια μύχια αηδία για την αρχή αυτή του καθολικού πολέμου κι αγανακτούν μʼ όσους τη δέχονται παθητικά, έστω ηρωικά.» Και ο Φάλκος λέει παρακάτω (σσ. 19-20):
«Περνούν τα χρόνια, γέρασα σχεδόν, και ο Ηράκλειτος πάντα είναι στη σκέψη μου. Το τελευταίο μου γραφτό γιʼ αυτόν επισημαίνει την επιθυμία μου αλλά και την αδυναμία μου να δω πλέον τον κόσμο με τα δικά του μάτια. Η σύγχρονη συνείδηση, και εννοώ τις συνειδήσεις αυτών που δεν αφήνουν απέξω ό,τι διαταράσσει την ησυχία τους, είναι τραγικά διχασμένη (Ηράκλειτος): «[…] Γιε του νερού και της φωτιάς/που σʼ οδηγεί ο κεραυνός,/πάρε τη λύρα και πυρπόλησέ μας/εμάς που πιθηκίζουμε τον άνθρωπο./Δείξε κι ονόμασε ξανά τα πράγματα./Γιατί μόνον εσύ μπορείς/να διώξεις την ολέθρια στάχτη/που συσσωρεύτηκε στα μάτια μας/,εσύ ο αινιγματικός/ο πάναγνος και λυπημένος/που τις φτερούγες σου τις πλήγωσαν/ανίδεοι και παιδιά,/Κύριε της θλίψης και της λύτρωσης,/βόηθα κι εμάς τους βυθισμένους/τους ξεκομμένους από τα μεγάλα σχέδια,/εμάς που απʼ έξω το νερό μας πνίγει/ενώ τα σπλάχνα μας τα κατακαίει/θανάσιμη φωτιά».
Σε έναν τέτοιο κόσμο και γιʼ αυτούς που έχουν τέτοια συνείδηση, το αίτημα της δικαιοσύνης είναι κυρίαρχο. Και ο Φάλκος επιμένει να ονειρεύεται ένα φως όπως το απαιτεί η ηθική μας νοσταλγία και ως πιθανή προέκταση της αρμονίας, που ενίοτε προκύπτει εντός μας (Το άλλο φως): «Ονειρευόμουν ένα φως/που θα βυθίζεται βαθιά/στων σπλάχνων τη σιωπή/θα καταυγάζει τις πηγές της θλίψης […] Κι εκείνο θα βαδίζει αργά/με τον ρυθμό του πεπρωμένου/ώσπου να φτάσει εκεί στο κέντρο/εκεί που κρίνονται τα πάντα/φωτίζονται κι εξαργυρώνονται/ή χάνονται κάτω απʼ το βάρος/του φοβερού φωτός».
Πίσω από το φως το κοινό ή το «ψυχολογικό», που μας φωτίζουν πρόσκαιρα και κάπως αμφίβολα, υποτίθεται ότι υπάρχει ένα φως πιο σταθερό, ένα φως «αυθεντικό», αποκαλυπτικό της αλήθειας, που μάταια αναζητούμε, προβολή των βαθύτερων, των πιο αγνών μας πόθων. Εδώ βεβαίως στηρίζεται ολόκληρος ο ιδεαλισμός:
«Το φως του πρωινού, μπαίνοντας από τα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα και τις σπασμένες γρίλιες, κυκλοφορούσε κατά όγκους μέσα στο δωμάτιό του. Τα αντικείμενα τριγύρω του φωτίζονταν με φως διαφορετικής εντάσεως. Άλλοτε έδειχναν χαρούμενα και φιλικά, κι άλλοτε σκυθρωπά και απειλητικά… Είχε μια δύναμη τρομαχτική και απαράδεκτη το φως αυτό. Μπορούσε παίζοντας να μεταβάλλει την ουσία των πραγμάτων! Και τότε πού βρισκόταν η αλήθεια; Δεν μπορεί! Θα ʼπρεπε να υπάρχει, πέρʼ από τούτο το ευκίνητο και φευγαλέο φως, θα ʼπρεπε να υπάρχει κάποιο φως αυθεντικό και σταθερό, που θα ʼδειχνε τα πράγματα στʼ αληθινό τους νόημα και τις σωστές τους διαστάσεις! Μα πού βρισκόταν αυτό το φως;» (Χρον. Δικαίων, σσ. 44-45).
Εκφράζεται δηλαδή το βαθύτατο αίτημα του πάσχοντος και τραγικού ανθρώπου, χωρίς όμως να διακηρύσσεται η πραγματική υπόσταση και η κατάκτηση του φωτός αυτού. Το ίδιο ισχύει και για το «θαύμα» που μάταια αναζητεί μια τέτοια καταπιεσμένη συνείδηση (Προτροπή): «Άντε, βρε Γιάννη, και κουνήσου λίγο!/Σκέψου την πινελιά που τελείωσε το χρώμα/κι αδειάσανε τα σχήματα και πήρε να μαυρίζει…/Άντε, βρε Γιάννη, ξεκουνήσου,/κι η λάσπη θʼ ανεβεί στα μάτια σου/κι αν τύχει κι έρθει ξαφνικά το θαύμα/θα σʼ εμποδίσει να το δεις».
Εδώ παρουσιάζεται κάπως αισιόδοξος, αλλά και με αίσθηση του χιούμορ. Βέβαια και να μη βρει κανείς το «θαύμα», αξίζει να το αναζητήσει με μέσο το λόγο και την τέχνη, καθώς η ίδια η προσπάθεια τον ανταμείβει μεταπλάθοντας το εσωτερικό του τοπίο. Ο τρόπος διατύπωσης «αν τύχει κι έρθει ξαφνικά το θαύμα», σε ξαφνιάζει και σε κάνει να χαμογελάσεις πικρά. Ο Φάλκος δεν πιστεύει πραγματικά ότι «θα έρθει το θαύμα». Αφήνει απλώς μια αόριστη ελπίδα ή -πιο καλά- δεν του πάει η καρδιά να την αποκλείσει…
Θα σταθώ ακόμη στα μεγαλόπρεπα Μετέωρα, με την αίσθηση της αιωνιότητας, αλλά και της ματαιότητας των ανθρώπινων έργων: «Ανάμεσα σε κόκκινο και μπλε/είδα τους γκρίζους γίγαντες/τα πρόσωπα τʼ αφάνισε ο χρόνος/τα χέρια τους -τι να κρατήσουν πια;-/πέσαν και γίναν σκόνη/στέκονται δίπλα-δίπλα/μα πάλι μοναχοί/σάμπως αποτελειώνοντας μια φράση/που πριν να προφερθεί ολόκληρη /έγινε κιόλας άχρηστη» και στο σπαρακτικό και τραγικό ποίημα Το φως και η ρωγμή, με τις τόσες προεκτάσεις, που τοποθετεί τον Φάλκο ανάμεσα και στους θρησκευτικούς ποιητές: «Στην άκρη του [εννοείται του φωτός] ήταν ο Θεός/Ήταν μια εποχή πολέμων και ξεσηκωμών/τα σπίτια και τα δάση κάηκαν/βγαίναν νεκροί κρατώντας άσπρες φλόγες/μια φοβερή υποψία πλανιόταν μες στην κάπνα,/όταν παρουσιάστηκε το ράγισμα/Δεν είδαμε και δεν ακούσαμε κανέναν κρότο/μα είχε γίνει μια ρωγμή//Μετά ησύχασαν τα πράγματα/Χτίσαμε πάλι σπίτια/κι αποσυρθήκαν οι νεκροί/Μα έκτοτε η ρωγμή έγινε πλέον χάσμα/και βρέχει βρέχει καθημερινά/μας κατακλύζει ένα φως ψυχρό/Αυτό το φως δεν ξεκινάει από πουθενά/δεν καταλήγει πουθενά».
Αλλά το ιερό στοιχείο (das heilige, le sacré) που συναντάμε σε πολλά ποιήματα δεν ανήκει φυσικά σε κάποια θρησκεία, παρόλο που ο Φάλκος χρησιμοποιεί τα χριστιανικά στερεότυπα (άγγελοι, φως, κολυμβήθρα κτλ.). Είναι η έκφραση μιας ψυχής γεμάτης σεβασμό προς κάποια πανανθρώπινα οράματα και κάποιες υψηλές αξίες, που διαμόρφωσαν οι αγαθές ψυχές, και που βέβαια πρεσβεύουν λεκτικά μερικές θρησκείες, μα δυστυχώς προδίδουν μόνιμα. («Μια νυχτερίδα ή ένας άγγελος τυφλός / πέταξε στο σκοτάδι»). Τον δικό του «θρησκευτικό» ρόλο ο Φάλκος τον αντιλαμβάνεται σαν έναν ρόλο φύλακα κάποιων υψηλών αξιών, ρόλο που δεν του τον επέβαλε κανείς απʼ έξω, αλλά τον ανέλαβε μόνος του, σύμφωνα με την κλίση της καρδιάς του: «Να φυλάξω το φως επιχείρησα / της καρδιάς εκπληρώνοντας χρέος» (Στο γκρίζο του δρόμου). Γιʼ αυτό και η έννοια του φύλακα είναι κεντρική στο έργο του Φάλκου
Μια ειδική μονογραφία για το θρησκευτικό στοιχείο στον Φάλκο θα ξεκαθάριζε πολλά σημεία, που και για μένα μένουν σκοτεινά. Μια τέτοια μελέτη θα ανίχνευε επιπλέον τις ομοιότητες και τις διαφορές από τον Ρίλκε λ.χ. και τον Ταγκόρ, δυο ποιητές που αγαπά πολύ, αλλά και από τους δικούς μας Σικελιανό και Καζαντζάκη, και τους Πεντζίκη και Παπατσώνη.
Προς το τέλος των ποιημάτων της «αισθαντικής ζωής» των Σχεδιασμάτων με φως το κλίμα γίνεται πιο ζοφερό εξαγγέλλοντας την τραγικότητα των δύο άλλων μερών. Θα μνημονεύσουμε το συγκινητικό και σπαρακτικό ποίημα Ο καφές, όπου περιέχεται ολόκληρος σχεδόν ο Φάλκος με την προσωπική του τραγωδία: «Καμιά φορά το βράδυ/η μάνα μου η νεκρή/μου ψήνει τον καφέ παρηγοριάς/για τα όνειρα που θάφτηκαν/«Τι ειρωνεία, λέει/εγώ που αγάπησα το φως/να πρέπει να παρηγορήσω/κάποιον που προτιμά το σκότος!»/«Μητέρα, λέω, βοήθα με/και μη με κατακρίνεις/Κι εγώ τʼ αγάπησα το φως/όμως απελπισμένα.»

Η «διορατική» και η «τραγική ζωή»

Το πιο χαρακτηριστικό γεγονός που διασπά την ενότητα και προκαλεί το εγκόσμιο κακό ή ένα μεγάλο μέρος του, είναι ο εγωισμός, η θέληση για ξεχώρισμα κι επιβολή. «Είναι πολλοί που γλίστρησαν/και πέσανε βαθιά μες στʼ όνειρό τους/καθένας έγινε μονάρχης του εαυτού του/κύκλος αυτόφωτος κι αυτάρκης», διαβάζουμε στους «Κύκλους» των Τριών μαρτυριών (σ. 24). Αυτό υποδηλώνουν τα δύο πρώτα ποιήματα της δεύτερης ενότητας των Σχεδιασμάτων με φως (Τα χρώματα): Τα εφτά χρώματα διάβαιναν αγκαλιασμένα/σαν τις κυράδες κι αδελφές/Μα ξαφνικά χωρίσανε δυο χρώματα/κι είπαν «Εμείς μονάχα είμαστε φως!»
Αλλά η ιδιαιτερότητα του Φάλκου εκδηλώνεται στην περιγραφή της νοθείας του φωτός, της τραγικής αλλοίωσης των μεγάλων ιδεών, όταν πέφτουν -και τελικά πάντα πέφτουν- στα χέρια ανάξιων, άπληστων, φθονερών, κοντόφθαλμων, μικρόψυχων, εγωμανών, νοσηρών, εξουσιαστικών, μεγαλομανών κτλ. ανθρώπων. Γράφει π.χ. για τον χριστιανισμό: «Σε μια θρησκεία αγάπης και φιλίας, όταν αυτή διαδόθηκε αρκετά, εκτός από τις αγαθές ψυχές, που είναι πάντα ελάχιστες, προσχώρησε και πλήθος μισαλλόδοξων φανατικών, που δεν τους ενδιέφερε να πείσουν, αλλά να επιβάλουν μία νέα εξουσία που θα την νέμονταν αυτοί!» (Τουρκές, σ. 235). Ανάλογα θα μπορούσε να γράψει για τον κομμουνισμό, για τη δημοκρατία, που έχει πλήρως παραμορφωθεί («πλουτοκρατία» και «χουντοδημοκρατία» αποκαλεί μερικές από τις φριχτές παραμορφώσεις της), για την ελευθερία, που για τους ισχυρούς σημαίνει υπεράσπιση της δικής τους ασυδοσίας και πλήρη υποδούλωση -οικονομική κτλ.- όλων των άλλων. Με μια επιμονή κι απίστευτη ευρηματικότητα, με μια ανανεωμένη διάθεση και με πρωτόφαντη δύναμη επεξεργάζεται το θέμα της παραχάραξης των μεγάλων ιδεών, της δικαιοσύνης και φιλίας της αρχαίας Ελλάδας, της αγάπης του Χριστού, της δίκαιης κατανομής του πλούτου, της ελευθερίας, της δημοκρατίας κτλ. που θα μπορούσαν να φωτίζουν την ανθρωπότητα. Το βασικό αυτό θέμα, την κύρια τραγωδία του πολιτισμού μας, που δείχνει -κοντά στα άλλα- και την αποτυχία της παιδείας, από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, δεν το έπιασε κανένας μεγάλος ποιητής ή πεζογράφος. Τα δείγματα από την ποίησή που παραθέτω δίνουν απλώς μια γεύση.
Στις δύο τελευταίες ενότητες των Σχεδιασμάτων το θέμα της νοθείας του φωτός γίνεται κυρίαρχο. Εξυπακούεται σχεδόν σʼ όλα τα ποιήματα, αλλά σε μερικά είναι πιο χαρακτηριστικό (Ήλιοι): «Γνωρίζω κάποιους ήλιους/που ξέφυγαν από τις αλυσίδες/και πέσανε βαριά στη λάσπη/που κάψαν με το θειάφι τους /το φιδοκτόνο χόρτο/που σαν μαύρα άλογα πολεμιστών/καλπάζουν μες στις τρύπες τʼ ουρανού».
Οι ήλιοι, οι μεγάλες ιδέες, που διαστράφηκαν στα χέρια παραχαρακτών, και που θα ʼπρεπε να στιγματιστούν και νʼ απομονωθούν με αλυσίδες, αλωνίζουν σε όλο τον διάτρητο κόσμο μας (στις «τρύπες του ουρανού») με ασύλληπτο πολεμικό και καταστροφικό μένος: Κατέκαψαν το «φιδοκτόνο χόρτο», αυτό που θα μας προστάτευε από τα «φίδια».
Οι ευαίσθητοι ηθικά άνθρωποι, αυτοί που έχουν συνείδηση του τι συνέβη στον εικοστό αιώνα και τι εξακολουθεί να συμβαίνει, αυτοί που δεν ξεχωρίζουν εγωιστικά τον εαυτό τους από τους συνανθρώπους τους («και πού ακούστηκε ότι αρκεί η αθωότητα για να είσαι αθώος;», γράφει ο Φάλκος ως προμετωπίδα στις Μαρτυρίες για έναν απόντα φίλο) αισθάνονται βαθιά μια συνενοχή και μια έντονη ντροπή για όσα γίνηκαν και όσα γίνονται συνεχώς. Έτσι τα “Σχεδιάσματα με φως” είναι έργο «ηθικό» με την βαθύτερη σημασία του όρου.
Στην περιοχή αυτή ο Φάλκος έχει τεράστια προεργασία. Μια από τις βασικές φιλοσοφικές μελέτες του αναφέρεται στην αιδώ, τον σεβασμό δηλαδή και τη ντροπή, όπου εξετάζει το θέμα αυτό από φιλοσοφική, κοινωνική, ψυχολογική κτλ. άποψη, ενώ έχει αφιερώσει ένα σημαντικό άρθρο για το «πρόβλημα της ηθικής συνείδησης». Το θέμα εμφανίζεται ώριμο στις Τρεις μαρτυρίες, στα έξι τελευταία ποιήματα, που αποκορυφώνουν το βιβλίο, και θα μπορούσε γιʼ αυτό να ονομαστεί «το βιβλίο των τύψεων».

Μετέωροι και αμφιταλαντευόμενοι, όχι γνώστες αλλά ταυτισμένοι με το τραγικό της θέσης μας -μια τραγικότητα που κουβαλάμε μέσα μας, παρακολουθούμε τον Φάλκο μέχρι την τραγική αλλοίωση του φωτός. Όλες οι προσπάθειές μας να ξεπεράσουμε την «κοινή μας μοίρα» τσακίζονται «πάνω σʼ αυτόν τον μαύρο τοίχο που υψώθηκε στην εποχή του Κάιν ανάμεσα σʼ εμάς και στο Θεό.» Σιγά-σιγά μας φθείρει και μας αφήνει έκθετους «μια ψιλή και σιγανή βροχή […] που επί αιώνες τώρα ξεγύμνωνε τα πράγματα και τʼ άφηνε φτωχά και έρημα» (Οι Δίκαιοι, σ. 47). Είμαστε εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε αόρατους ατσάλινους τοίχους, που επάνω τους συνθλίβεται κάθε μας προσπάθεια, ενώ η συνείδησή μας συνεχώς διευρύνεται και γίνεται ολόκληρη η πλάση, μια «πρησμένη» συνείδηση, όπως θα έλεγε ο Φάλκος, αφού όλα, κακό και καλό, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και δεν μπορούν να διαχωριστούν: «Και πού ακούστηκε ότι αρκεί η αθωότητα για να είσαι αθώος;» (Μαρτυρίες, σ. 7).
Μέσα σε τέτοιες τραγικές συνειδήσεις ακόμα και το φως είναι πηγή υπέρτατης οδύνης. «Το φως με πνίγει», λέει ένας «λυπημένος» (ξγ΄). Και ο «τυφλός οραματιστής» που «έβλεπε μέσα του το φως»: «Κείνη τη μέρα τρόμαξε από πάταγο/κι είδε το φως να σπάζει μέσα του/να γίνεται συντρίμμια».
Η απογοήτευση από το ατελέσφορο του μεταφυσικού φωτός και η οριακή έκφραση της τραγικότητας συναντιούνται και στο ποίημα Μορφή σε μια εκπληκτική έκφραση, που σε αφήνει εκτεθειμένο και εμβρόντητο: «Θάλασσα γκριζοκίτρινη/κι ένας λεπτός αέρας να ριπίζει/Επάνω μας ο ουρανός σιγόκαιγε/με καφετί φωτιά/Κι έβλεπες μια λευκή μορφή/να πέφτει προς τα κάτω».
Μπροστά στην ξαφνική αποκάλυψη της ανθρώπινης κτηνωδίας («τα κτήνη είναι του Θεού, λέει ο Βίκτωρ Ουγκώ, η κτηνωδία είναι των ανθρώπων») ο Πλωτίνος -ένας από τους πιο γοητευμένους απʼ το φως- λέει (εννοείται πως ο Φάλκος τον βάζει να λέει): «Είναι ΑΔΥΝΑΤΟ να θέλω πια το φως». Και ο ίδιος ο Φάλκος, ως Κρυμμένος: «Στέκομαι εδώ κρυμμένος/μισός στο φως μισός μες στο σκοτάδι/Το φως φέρεται σαν ευαίσθητο πουλί/μυγιάγγιχτο και νευρασθενικό/Στα νιάτα του έπαιξε κι απάλυνε/ξεχώρισε και με πολέμησε/με γέμισε ντροπή//Τώρα βαρύνθηκε σιχάθηκε/ζει μέσα στην απόγνωση/κρύβεται μες στις κάμαρες και τα ντουλάπια/στέκεται πάνω στις πληγές/άμα τʼ αγγίξεις θα ουρλιάξει». Είναι εμφανέστατη η απόγνωση και το δράμα -μα περιέργως και η ομορφιά- που αποτυπώνονται σʼ αυτό το ποίημα. Εδώ ο Φάλκος μιλάει «εκ βαθέων». Με ύφος απόλυτα προσωπικό και με εξαίσια «σκηνοθεσία», μας δίνει την προσωπική του ιστορία και ψυχολογία. Το ποίημα αυτό, που μπήκε σκόπιμα ως κατακλείδα των Σχεδιασμάτων, ανήκει ασφαλώς στα δυνατότερα και πιο σπαρακτικά που έγραψε.
Αλλά η παραίτηση, η απραξία, η φυγή δεν είναι το τελικό δίδαγμα, η υποθήκη του Φάλκου. Ήδη στις Μαρτυρίες για έναν απόντα φίλο διαπιστώνει πως εκ των πραγμάτων η απομόνωση στον κόσμο της συμφοράς δεν είναι δυνατή (σσ. 114-5): «Λογάριαζα πολύ/στον χώρο που ξεχώρισα και φύλαξα/Αλλά οι τοίχοι είναι φτενοί και διάφανοι/Σακάτηδες αυτοχειριασμένοι/μου ξεσκεπάζουνε την ένοχη καρδιά τους/Τι να την δω;/Χιλιάδες χρόνια μας βαράει η μπόχα/Τους απωθώ και κλείνω το δωμάτιο/Αλλά εκείνοι μου τινάζουν ακατάπαυστα/τον θάνατο την ενοχή την προδοσία»
Στα “Σχεδιάσματα με φως” ο δίκαιος βέβαια προτίμησε την ερημιά» (ξα΄), αλλά αυτό ισχύει για τις εποχές απόγνωσης και εξουθένωσης, που μπορεί να διαρκέσουν, μα όχι και παντοτινά. Ακόμα και σε περιόδους ύφεσης («κουράστηκες και λύγισες / δεν είσαι από ατσάλι» (οε΄), «έγινα δύσπιστος, σκοτείνιασα πάρα πολύ» (ρε΄), παραμένει μέσα του κάποιο εσωτερικό φως (Ο άλλος, οα΄): «Ενώ σιωπάς μες στη βαθύτερη σιωπή σου/είνʼ ένας άλλος που σκιρτάει βαθιά σου/τινάζεται κι απλώνει γύρω σου τα χέρια/Είνʼ ένας άλλος που ετοιμάζεται/να σε πυροδοτήσει».
Τα “Σχεδιάσματα με φως” δεν κλείνουν με τον «κρυμμένο», αλλά με ένα τελικό ερώτημα: «Εδώ λοιπόν/σʼ αυτή την όχθη/την φαγωμένη από το φως/τη διψασμένη για το φως/ποιος θα διαλύσει την απόφαση του σκότους;»
Το μέγιστο ερώτημα που διατυπώνει ο «τίμιος που δεν εύρισκε αδερφό» (ξα΄), ο τραγικός, ο διχασμένος, ο «κρυμμένος», αυτός που αισθάνεται βαθιά πως ζει σε χώρα «διψασμένη για το φως», αλλά και «φαγωμένη από το φως» -εννοείται το κίβδηλο και καταστροφικό, που πλεονάζει- είναι το αγωνιώδες ερώτημα ύψιστης ευθύνης, με το οποίο κλείνουν τα Σχεδιάσματα με φως: «ποιος θα διαλύσει την απόφαση του σκότους;» Μια ακροτελεύτια πυκνότατη και πολυσήμαντη φράση: Τι οφείλει να πράξει ο έντιμος άνθρωπος απέναντι στην αδιαφορία και την κακότητα των συνανθρώπων του, που μεταξύ των άλλων καταστρέφουν εν γνώσει τους τον πλανήτη γη («η φύση κείτονταν σαν ένα πληγωμένο ζώο», ξα΄), σα νʼ αποφάσισαν ότι το σκότος είναι η μόνη λύση; Αλλά και πώς θα ενισχύσει τις αντιστάσεις του, πώς θα διαμορφώσει το εσωτερικό του τοπίο, απομακρύνοντας την απόφαση να ζει στην «ερημιά», στα «γκρίζα», «σκοτεινός», απελπισμένος και μεμονωμένος; Πώς θα μικρύνει τις «αποστάσεις» απʼ τους άλλους και πώς θα σημασιοδοτήσει ξανά τη ζωή του;

βλ. και ΠΟΙΕΙΝ:
http://www.poiein.gr/archives/11421/index.html

Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

“Η Ιστορία ενός Ανθρώπου” του Σπύρου Αραβανή


Πρελούδιο:
Ήταν ένας άνθρωπος που περπατούσε
πάντοτε σκυμμένος
μέρες, μήνες, χρόνια.

O πίνακας του Kevin Mortensen, Man walking, Watercolour on paper 74×51cm, 1994, συνομιλεί με τα ποιήματα του Σπύρου Αραβανή δημιουργικά. Τα ανοίγει περαιτέρω, διατηρώντας την πυκνότητα και τη μετά τη θλίψη στοχαστικότητα τους, συνοψίζοντας εξαιρετικά τη ψυχοσύνθεση και τον ποιητικό τρόπο του ποιητή στοχαστή Σ.Αραβανή.
Μετά το μερικώς άστοχο early-blue-period Picasso εξώφυλλο της πρώτης του ποιητικής συλλογής (”Η ανοσία της άγνοιας”) ο Αραβανής εδώ συνδιαλέγεται με τα εικαστικά στρέφοντας τις αποχρώσεις τους υπέρ της αποκάλυψης κι άλλων σημαντικών πτυχών του.
Ο συγκεκριμένος πίνακας Man walking μου δίνει την εντύπωση ενός σκυμμένου βαδιζομανή Goya (στο Πρελούδιο διαβάζουμε: “Ήταν ένας άνθρωπος που περπατούσε/πάντοτε σκυμμένος/μέρες, μήνες, χρόνια” και μετά στον επίλογο πάλι: “Πάντοτε σκυμμένος” ), ο οποίος όμως ταυτόχρονα αποκρίνεται ξεγυμνωμένος μπροστά στο απόσπασμα προ της εκτέλεσης του για τα μεγάλα θέματα: τον θάνατο, τον έρωτα, τον θεό, το ηθικό χρέος, το πρόβλημα των ανθρωπίνων πράξεων.
Έτσι μας πηγαίνει ο κ. Αραβανής και στον πίνακα του Goya: 3η Μαΐου 1808, πίνακα του 1814, ο οποίος άσκησε μεταξύ άλλων σημαντική επιρροή στον Picasso και στον Edouard Manet (”Η εκτέλεση του Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού”). (Στις 3 Μαΐου του 1808 εκτελέστηκαν μαζικά περίπου 400 Ισπανοί πολίτες από τα γαλλικά στρατεύματα, οδηγώντας σε μία γενικευμένη ισπανική εξέγερση). Ο κ. Αραβανής αντιλαμβάνεται και κινείται έντονα και εντός του ιστορικού μας πλαισίου, σκύβοντας στον τόπο μας και στην ιστορική συγκυρία.

“Θέλεις να παίξουμε;/του ζήτησε μια μέρα ο Θάνατος./ Δεν έχω χρόνο/ απάντησε”, γερνώντας λέξεις.

Περιμένουμε το νέο του βιβλίο πλέον με ανυπομονησία.
βλ. Ποιείν, 12 Δεκεμβρίου 2010:

Επεισόδια :

Α΄
«Πιστεύεις στο Θεό;»
τον ρώτησαν κάποτε.
«Όσο αυτός σε μένα»
απάντησε

και δεν τον ξαναενόχλησε κανείς.

Β΄
«Χρωστάς ένα ποίημα»
του είπε η Ζωή ένα βράδυ.
«Γερνάω λέξεις»
απάντησε

και δεν τον ξαναενόχλησε ποτέ.

(Σπύρος Αραβανής, Η ιστορία ενός ανθρώπου, Ποιείν)