Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Πάνω στα "Τρία ποιήματα" του Γιώργου Καρτάκη στο Ποιείν


Πραγματικά ενδιαφέροντα τα ποιήματα του Γιώργου Καρτάκη (βλ. http://www.poiein.gr/archives/9737/index.html). Συνδυάζουν την τραγική αίσθηση με την οργή, διατηρώντας μια απόσταση από το υποκείμενο που εμφανίζεται να πάσχει τόσο από κοινωνικά όσο και υπαρξιακά αίτια. Ο λόγος ρέει ιδιόρρυθμα θυμίζοντας τη χοντρή μαύρη γραμμή-πινελιά του George Rouault.

Η αποσπασματικότητα του λόγου, η κάπως διακεκομμένη ροή του προσθέτει. Ο πόνος εμφανίζεται γνήσιος. Ανοίγει διαστακτικά η “ψυχή” μα αποφασιστικά και αμετάκλητα καταθέτει. Αλλού σβήνει τον θάνατο με έρωτα μα επανέρχεται πάλι πονώντας μετέωρος στον εαυτό.

Με χαρά διαβάζω και το σχόλιο του Γιώργου Πρίμπα πως ο ποιητής Γιώργος Καρτάκης “βιώνει το θάνατο και τον έρωτα πολύ έντονα κι έχει την ικανότητα να μεταφέρει τις εμπειρίες στο χαρτί[...]” και με συγκινεί η εμμονή του να διαβάζει και να ξαναδιαβάζει τα ποιήματα.

Δυστυχώς δεν υπάρχουν πίνακες του Γ. Καρτάκη στο διαδίκτυο. Θα επιθυμούσα πραγματικά να δω.

H Guernica του Picasso δεν προσθέτει στα ποιήματα, αφαιρεί θα έλεγα.

Εξαιρετική ανάρτηση. Δυο τρια ποιήματα ακόμη θα συμπλήρωναν μια πρώτη εικόνα.

Με αφορμή τις "Κραυγές πίσω από το παραβάν" της Λαμπρινής Αιωροκλέους


“Ας σκεφτεί ο κύριος Γκολίτσης, τον οποίο εκτιμώ σημειωτέον, πως όταν εκείνος πήγαινε σχολείο (όντας και ένας από τους νεαρότερους εδώ), είχαν ακόμη, αν δεν κάνω λάθος, τα πολυτονικά, τις εξάρσεις της καθαρεύουσας από γραφικούς καθηγητίσκους και άλλα που σ’ εμένα που πήγα πρώτη δημοτικού το 1999 είναι ΑΓΝΩΣΤΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΑΔΙΑΦΟΡΑ.” Λ.Α.

βλ.
http://www.poiein.gr/archives/12440/index.html

Aγαπητή Λαμπρινή κάνεις λάθος. Τα πολυτονικά και οι λοιπές εξάρσεις που αναφέρεις δεν μας άγγιξαν σχεδόν καθόλου (κάτι ελάχιστα πήγαν να μας ψελλίσουν στις αρχές-αρχές μαζί με τα “τα” και τα “να”, “να ένα μήλο” και μετά εξαφανίστηκαν δια μαγείας). Η απόσταση μας δεν είναι τόσο μεγάλη όσο θες να φαντάζεσαι, ώστε να προσδιορίσεις «θέση» μέσα από μια τέτοια έτοιμη και “εύκολη” «αντίθεση». Συνεπώς, και σε “μας” θα μπορούσαν ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παπαδιαμάντης να είναι εξίσου “μακρινοί και αδιάφοροι” καθώς λες. Η διαφορά μας αν θέλεις έγκειται στο σεβασμό που τρέφουμε σε μια “ιστορικότητα” (μην πάει το μυαλό σου σε κατασκευασμένες ελληνικότητες) η οποία πρέπει αδιάκοπα να ανακαλύπτεται στα πλαίσια μιας “ροής”. Ο στόχος ο τελικός είναι να διαβάζει κανείς τον Όμηρο απ’ το πρωτότυπο και να νιώθει τη γλώσσα από μέσα. Προέχει η απαίτηση και η ανάγκη για σαφήνεια και καθαρότητα και από εκεί θα μπορούσε να ανατρέχει κανείς πάλι και πάλι στον Πάουντ, τον Έλιοτ, τον Ρίλκε, τον Χαίλντερλιν, τον Σεφέρη, τον Ελύτη.

Βρες τον «γενέθλιο» λυρισμό σου (γενετήσιο νομίζω στην περίπτωση σου) και με υπερρεαλιστική διάθεση αν θες, σκάψε μέσα σου να βρεις με διάθεση σαφήνειας και καθαρότητας τελικά τι συμβαίνει, τι μπορεί να συμβεί και τι θα συμβαίνει. Το «Εγώ» σου μπορεί να συνεχίσει να παίζει πρώτο ρόλο, αυτή είναι η εποχή μας και είμαστε νομίζω ακόμη στην αρχή. Μακριά δηλαδή τα μεγαλόστομα και τα επικά από εμάς.Το ηρωικό στοιχείο, οι μονοκρατορίες στην έκφραση και οι μόνιμες παραδομένες αξίες ανατράπηκαν και τότε από έναν Αρχίλοχο στην Πάρο και μια Σαπφώ στη Λέσβο. Γίνε μέρος αυτού του ποταμού (διάβασε τις “Συνεκδοχές” του Γιάννη Δάλλα). Θέλεις δεν θέλεις αυτό που μόλις ξεκινάς να κάνεις “έρχεται” απ’ τον Ελύτη ή απ’ τις δυνάμεις που “έβαλαν” τον Ελύτη να κάνει αυτά που έκανε, δηλ. να συνδυάσει την επανάσταση του αρχαίου λυρισμού με τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Πέρασε τα όλα αυτά στην ποιητική σου. Εμένα «άσε» με στο “αγγελικό και μαύρο” φως του Σεφέρη, εσύ είσαι ένας αιολέας του απολλώνιου φωτός. Απλά για την ώρα μπερδεύεσαι και βάζεις τρικλοποδιές στον εαυτό σου. Πέσε αν θέλεις (απλά μην εκτίθεσαι πολύ). Πρέπει στο τέλος να καταλήξεις να διαβάζεις Σαπφώ απ’ το πρωτότυπο, για τον “θεό”!, ΚΑΙ όχι να σκαλώνεις στα ελληνικά του 19ου αιώνα, ο οποίος έτσι κι αλλιώς, λογοτεχνικά είναι καταπληκτικός και βαθύς. Κι μην ξεχνάς, αν θες να κάψουμε ελληνικές σημαίες θα έρθω μαζί σου (ώστε να καταλάβεις τι συμβαίνει).

Γράφει ο Ελύτης: “Ο Έσπερος της Σαπφώς εξακολουθεί να λάμπει πάνω από τα κεφάλια μας κι η ροδιά του Αρχίλοχου ν’ ανθίζει στον κήπο μας, όταν μεγαλόπρεπα υπερωκεάνια του Βαλερύ Λαρμπώ βρίσκονται από καιρό σε κάποιο λιμάνι, παροπλισμένα” (βλ. Δ.Ι. Ιακώβ, Η αρχαιογνωσία του Οδυσσέα Ελύτη και άλλες νεοελληνικές δοκιμές, Ζήτρος, 2000 και Γιάννης Δάλλας, Συνεκδοχές, Ίκαρος, 2010). Προς τα εκεί δείχνει η ποιητική σου, από εκεί ξεκινά και εκεί πηγαίνει κι αυτός ο δρόμος είναι δρόμος ανοιχτός και όχι κλειστός καθώς θα έτεινες να υποθέτεις.

“Αυτά στη γλώσσα τη δική μου. Κι άλλοι άλλα σ’ άλλες. Αλλ’/ Η αλήθεια μόνο έναντι θανάτου δίδεται.”, “Λέω: καταρκυθμεύω.” (Ο. Ελύτης, Τα Ελεγεία της Οξώπετρας).



βλ. και
http://www.poiein.gr/archives/12440/index.html

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Λαμπρινή Αιωροκλέους, "Κραυγές πίσω από το παραβάν"




Τι περιμένεις/να παραφυλάξω στο σπίτι του νεκρού με την
Κοκάλινη κληματαριά/Το όνομά μου είναι ενιαίο/σαν το κροτάλισμα
Σύλλαβέ με/[...]Πρέπει να υπάρχει συνοχή/Στην ομιλία/Στο σκούντημα
Τα πόδια της νύφης φυραίνουν με τα δευτερόλεπτα/σαν εκκολαπτόμενα ροκανίδια
-ποιος θα αρνούταν να δει-/κανείς• έβγαλε το κεφάλι του/έξω από το/
παράθυρο/Μετά από λίγο το χέρι του/το πόδι του/Τελικά έγινε ένα με το χιόνι/
Και τα ονόματα έτρεχαν σαν τους ποντικούς να προλάβουν τη βροχή
/[...]Σύλλαβέ με από αγάπη/Αυτό μάλιστα.


http://www.poiein.gr/archives/12440/index.html

H Λαμπρινή Αιωροκλέους έκανε άλματα μπροστά και αποκαλύπτει ταυτόχρονα τον δρόμο που έχει μπροστά της να διασχίσει. Γνήσια, μελετηρή και αισθαντική, παίρνει πλέον κάποια απόσταση απ’ τον εαυτό της και τα γραφόμενα, κοιτάει τι γίνεται γύρω της, τι έχει γίνει. Γίνεται γυναίκα, αφήνει πίσω την “οργή” και προσπαθεί πλέον να δομήσει, αντιλαμβανόμενη τα πλαίσια, τα συμφραζόμενα.


Ας προσθέσω ως δρόμο δυνατό ή πιθανό, τον δρόμο του κλαδέματος. Να σφίξουν τα ποιήματα. Κάνουν κοιλιά γιατί απλώνονται πολύ, επαναλαμβάνονται σε σημεία, μα στο τέλος πάντοτε ανεβαίνουν, ανεβαίνουν αρκετά.



Ξεφέυγει απ' τη "Νύφη" του Ντυσάμπ, απ' το dada και τον υπερρεαλισμό "Τα πόδια της νύφης φυραίνουν με τα δευτερόλεπτα/σαν εκκολαπτόμενα ροκανίδια", απλώνεται, κοιτάει παραπέρα, βλέπει τους άλλους να τρέχουν ως ποντίκια για τη φήμη "τα ονόματα έτρεχαν σαν τους ποντικούς να προλάβουν τη βροχή" και η ίδια παραδίδεται στην αγάπη, στη σχέση "Σύλλαβέ με από αγάπη/Αυτό μάλιστα.". Τα καλύτερα είναι μπροστά της.

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Arthur Rimbaud, "Φωτοχυσίες" (η μετάφραση του Κώστα Ριτσώνη και ένα σύντομο επίμετρο)


“Ριτσώνιες” οι μεταφράσεις καθώς και το επίμετρο. Με αγάπη τον μεταφράζεις, τον πονάς σαν δικό σου παιδί. Πατέρα Ριτσώνη, εκτοξεύτηκε ο Αρθούρος και ξέχασε να γυρίσει. Σε ευχαριστούμε. Να τον κάνεις βιβλίο ολόκληρο, να μας τον φέρεις και πάλι σαν φρέσκο ψωμί.

βλ. Ποιείν:
http://www.poiein.gr/archives/11915/index.html

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Είδα αρκετά. Η οπτασία αντάμωσε με όλους τους ανέμους.

Είχα αρκετά. Βοές των πόλεων, το βράδυ και στον ήλιο, για πάντα.

Γνώρισα αρκετά. Τα σταματήματα της ζωής. – Ω Βοές και Οπτασίες.

Αναχώρηση μέσα στην τρυφερότητα και στον καινούργιο θόρυβο.


ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Οι άμαξες ασημένιες και χάλκινες -

Οι πλώρες ατσαλένιες κι ασημένιες -

Δέρνουν τον αφρό –

Ανασηκώνουν τα κούτσουρα απʼ τα βάτα.

Οι δρομείς του χερσότοπου,

Και τα απέραντα χνάρια της άμπωτης,

Τρέχουν κυκλικά προς τη δύση,

Προς τους στύλους του δάσους, -

Προς τις βάσεις του κυματοθραύστη,

Που η γωνιά του έχει χτυπηθεί από τους στροβίλους του φωτός.

ΙLLUMINATIONS ή ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ ονομάστηκαν οι πρώτες πεζές ξαφνικές εμπνεύσεις του Ρεμπώ. Είναι οι ποιητικές φωταγωγίες που μας χάρισε το παιδί θαύμα της Γαλλίας πριν η σκληρή πατρίδα του < μέχρι στη φυλακή τον βάλανε γιατί δεν έκοψε εισιτήριο στο τρένο> τον στείλει να ζήσει και να περπατά μακριά στην Αφρική . Ο Αρθούρος με αυτά τα ποιήματα κάνει προσπάθεια να εγκαταλείψει την ομοιοκαταληξία και εκτοξεύεται μέσα σε μια καινούργια αφηρημένη έκφραση . Βιβλίο τυχερό που γράφτηκε το 1872 και θα είχε εξαφανιστεί όπως άλλα κείμενα του Ρεμπώ αν δεν το παρουσίαζε ο φίλος του Βερλαίν , που είχε τα χειρόγραφα, το 1886. Ίσως ο άτυχος ποιητής που ζούσε στην Αιθιοπία να μην το είδε ποτέ τυπωμένο… Eκεί στην Αφρική το 1891 αρρώστησε βαριά. Γύρισε με δυσκολία στη Μασσαλία όπου του ακρωτηρίασαν το δεξί του πόδι. Σε λίγο καιρό πέθανε βασανισμένος στα χέρια της αδερφής του Ιζαμπέλ.


βλ. Ποιείν:
http://www.poiein.gr/archives/11915/index.html