Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

"Η Ανατομία (1971) του Γιάννη Δάλλα" (του Πέτρου Γκολίτση)


«Η θέση σου ‘ναι εκεί με το θύτη. Διάτρητος ο ουρανός σαν μια υπόγεια σήραγγα. Η Ανατομία (1971) του Γιάννη Δάλλα», (του Πέτρου Γκολίτση)

Αναδημοσίευση απ' το Ποιείν
βλ. http://www.poiein.gr/archives/16734/index.html

Πρέπει και πάλι να πιάσω τη σμίλη. Να σμιλεύσω τη μορφή του. Προτού να πάψει οριστικά, η εγκόσμια του εκδοχή. Σε λίγο παύει. «Γιατί ήρθε «ο μήνας ο σκληρός» -ο Απρίλης δίχως λάμψη- ξαφνικά κι η νύχτα η ατέρμονη που αντί για όνειρα γεννοβολούσε τέρατα»(1). Το κεφάλι γέρνει προς τα πάνω, ελαφρά. Το πιγούνι με τέχνη, αιχμηρό, προτεταμένο, να στρέφεται αριστερά. Το βλέμμα αυστηρό, αριστερά και κάτω, το κέντρο του είναι μέσα, σε βάθος απροσμέτρητο, εκεί επικεντρωμένο, μα και σε διαρκή εγρήγορση σαρώνει αδιάκοπα και εμπρός του τις όποιες προβολές ορθώνονται στον έξω κόσμο, σ’ αυτό που έτσι ονομάσαμε και που επιτρέπει στις συνθέσεις να συμβαίνουν και να αλλάζουν. «Και ξαφνικά μια βίαιη ριπή, που σάρωσε αποπάνω του σαν φύλλα φθινοπωρινά τόσες στοιβάδες γεωλογική ζωής, μου το αποκάλυψε. Μάτι της γης που κοίταζε και πέρα απ’ τη ζωή προς το διάστημα»(2).
Είναι καιρός να τον συναντήσω, να περάσω στη σμιλευμένη του μορφή όσα συμβαίνουν στον εγκέφαλο μου. Το έργο του ανάκλαση του πραγματικού που το αναπλάθει με τις περιπλοκές του, σαν τα φίδια του Λαοκόωντα στην ελληνιστική εκδοχή του αγάλματος, μας ζώνει. Απ’ την άλλη η ζωγραφική εκδοχή του ίδιου έργου στον El Greco, όρθιοι στην άκρη του πίνακα περιμένουμε τη σειρά μας. Στο βάθος τα σύννεφα πάνω απ’ την πόλη, πάνω απ’ τον χρόνο τον ιστορικό, προμηνύουν το αυτονόητο που τελικά συμβαίνει.
Πρέπει να περάσουν όλα αυτά στο γλυπτό μου. Μέσω των νευροδιαβιβαστών, μέσα απ’ το χέρι σμιλεύω τη μορφή του, στέκεται ζωντανή και πάλλουσα, τον συναντώ. Δεν ξεχωρίζουν πια ο ίδιος απ’ το έργο του, έγινε ο τρόπος του, η «ψυχή» του, το σώμα του το ίδιο έργο τέχνης. Οι ιδέες του, χωνεμένες δένουν μαζί σε σύνολα πρωτόγνωρα: «Οι ιδέες μου φωσφορισμοί του σώματος / κι άλλες που μοιάζουν τεθλασμένες αστραπής / βλέπει το σώμα μου και νυχτοπερπατεί / Μην τις χωρίζετε απ’ το σώμα μου, αδερφοί» («Οι ιδέες μου»)(3).
Φυσικά τα πράγματα χωρίζονται, διαλύονται, γυρίζουνε στις πρότερες μορφές τους, κι η συνείδηση κρέμεται, εκτεθειμένη, με το κεφάλι ανοιχτό, στο κενό, οργανική ύλη που γίνεται ανόργανη. Όπως ανοίγουνε τα άστρα, παλιότερα το παραπέτασμα των εκκλησιών, έτσι ανοίγει η ζωή που εκτίθεται στην τόση φόρτιση, ο τεχνουργός, χωρίζεται στα δυό και συνεχίζει, προτού να πάψει οριστικά με τη σειρά του. Τα σύννεφα του El Greco σκοτεινά φορτίζουνε τις αστραπές, έτοιμα να καταπιούν τον χώρο.
Στο μεσοδιάστημα, ο λίγο χρόνος, ο ιστορικός, η κοινωνία των ανθρώπων. «Κι ακούστηκε ο θόρυβος συρτός κι υπόκωφος να δυναμώνει και να τρίζει ο τάπητας των λεωφόρων κάτω απ’ τις ερπύστριες. Σαν κροταλίες κυλιόμενοι απ’ τα βόρεια προάστια προς το Σύνταγμα. Κι όλη η ζωή μου σ’ ανακύκληση –με τις παλιές επισταθμίες πίσω σε κατάρρευση. Οι σπείρες τους σαν βρόχοι γύρω απ’ τη μορφή του σιαμαίου μου αδερφού, σαν συρματόπλεγμα του προγραμμένου μου εαυτού και σαν προσγείωση ανώμαλη του απελεύθερου που υπήρξα και του τεχνουργού που θέλησα να γίνω»(4). Και έγινε.
Προγραμμένος παραμένει, όπως όλοι μας. Αυτός διπλά. Του ορίστηκε τόπος εξορίας η Λήμνος, σαν άλλος Φιλοκτήτης. Τον γύρεψα εκεί το καλοκαίρι του 1999, μετά τους βομβαρδισμούς του Βελιγραδίου, σαν σε ταινία του Θ. Αγγελόπουλου. Χωρίστηκε η ζωή μου τότε στα δυό. Τον σιαμαίο αδερφό τον συναντούμε παρακάτω, πορεύομαι μαζί του. Ο τεχνουργός είναι η κατάληξη, μετά τον απελεύθερο, τον κοσμολόγο, η λύση που κατέληξε. Διαβάζουμε στην Ανατομία: «Εδώ τα περιγράμματα των σπιτιών και των κέντρων είν’ από χρόνια απολιθωμένα […] το πάθος μου για κατόψεις συνεχίζεται σ’ άλλη διάσταση Απέναντι στα γειτονικά τα πολύ μακρινά βράχια ένας άγνωστος ψαρεύει με καθετή», υποθέτω ο σιαμαίος αδερφός σε τόπο μεταφυσικό, υπερκόσμιο, τοπίο και πάλι του El Greco ή φόντο πέτρινο γεωλογικό του Λεονάρντο. «Χωρίς να ξέρω την τέχνη του η εσωτερική μου ζωή είναι σωματικά εκεί Σκιρτά σε κάθε πρόκληση του βυθού χωρίς η λεία να φτάνει και σήμερα στην επιφάνεια», στην κοσμική, στην ιστορική μας επιφάνεια. Με αυτή την καταβύθιση στο μεταφυσικό και στο οντολογικό ίσως να «σώζεται» και να απαλλάσσεται από τον χρόνο τον ιστορικό, τη συγκυρία των καιρών. «Είμαι το χέρι του κι οι κραδασμοί του κι αρχίζω να διαισθάνομαι τι έρχεται και τι φεύγει Το μήνυμα κι αυτή τη φορά κόβεται και σκαλώνει στα σκοτεινά τα σχεδόν διαφανή βράχια Ο κάθετος ήλιος η επιφάνεια ανένδοτη και κάτω ο βυθός η μόνη πραγματικότητα», και αρχίζει η λύση η υποτιθέμενη και καταρρέει: «Μέρες τώρα σ’ αυτά τα μεταίχμια προσπαθώ να γίνω εξερευνητής βυθών Κι απέναντι ο άγνωστος προεκτείνει το χέρι του μες στη διάλυση κι εγώ να μην φτάνω στην επιφάνεια», την ιστορική ενδεχομένως επιφάνεια για να σωθεί αυτή τη φορά απ’ το μεταφυσικό εφιαλτικό αδιέξοδο. «Ένα απ’ τα λαγωνικά του εξοστρακίζεται στον ορίζοντα και με ψάχνει μες στις κατόψεις// Προς το παρόν παραμένω εκτός πεδίου βολής» («20»),(5). Στο ενδιάμεσο, αγωγός ενδιάμεσος δύο μαύρων, «αιώνιων», ισχυρότερων αδιεξόδων.

Τα χέρια μου λοιπόν προσωρινά κι αυτά είναι έτοιμα να αφήσουν την εκδοχή τους. Σκέφτομαι την εξαίρεση της βυζαντινής τέχνης, τον Μακεδόνα Πανσέληνο, όπου τα σώματα των αγίων είναι «ωραία», πατούν γερά στη γη, συνδυάζοντας τη θρησκευτικότητα με την κλασική αντίληψη, ένα δρόμο που πήραν λίγοι. Οι βυζαντινοί σκεπάζανε το σώμα, το εξαφανίζανε (κατά το δυνατόν), πνίγαν το πρόσωπο στο σύνολο. Θέλω όμως ψήγματα, κυρίως χρώματα αυτής της εποχής, ώχρες και πορφυρά βαθιά, χρώματα γήινα, στο τέλος να επιχρωματίσω το γλυπτό μου. Ο λάθος διχασμός που κουβαλώ ως βίωμα, πρέπει να αποκλιστεί, την ύπαρξη του ανθρώπου και άρα το γλυπτό μου να τα βιώσω ως κάτι αδιάσπαστο, ως κάτι ενιαίο, η «σάρκα» που θα στήσω μπρος μου να εκπέμπει πνεύμα, συγκρατημένη οργή, πόνο αξιοπρεπή, στο χρόνο τον νυχτερινό του ανθρώπου, τώρα που είναι ολοφάνερο πως ο άνθρωπος είναι σκοτεινός και ρηγματώδης: «Κάποιος χαμήλωσε τα φώτα κι έδωσε το σύνθημα ν’ αρχίσει η μουσική// Ποια μουσική;// Αυτός ορκίστηκε πως άκουσε σαξόφωνα ο άλλος ουρλιαχτά σφαγείου / Σαν κατεβήκαμε τη σκάλα αναγνωρίσαμε τη μοίρα μας σ’ αντήχηση παλίνδρομη / Άλλαξε μόνον ο ρυθμός πιο νευρικά τα πρόσωπα στις σκάλες και τους διαδρόμους / Ντοπαρισμένα ως τα κατώγια του άλλου κόσμου» («15»). Απρόθυμα οι αστοί τραβιούνται να ακούσουν Σαίνμπεργκ. Ακούω μέσα μου την προτροπή του Γκαίτε: «Κάθε άλλο παρά επιθυμώ να διασπάσω την ενότητα της ανθρώπινης φύσης» (6) και αναδύονται από τη Νέκυια του Ομήρου οι νεκροί, φτάνουνε ως τις μέρες μας απαράλλαχτα και διαλαλούν την ζωή, αυτή που συμβαίνει, και μοιραζόμαστε εδώ για λίγο. Προσωρινοί μες στο προσωρινό. «Εφήμεροι! Τι υπάρχεις; Τι δεν υπάρχεις; Όνειρο μιας σκιάς ο άνθρωπος! Όταν όμως οι θεοί του στείλουν μιαν αχτίδα, μια δυνατή λάμψη τον φωτίζει και η ζωή του γίνεται γλυκιά»(7), υποφερτή καθώς ξυπνά η μέσα όραση και συναντιόμαστε στις υπόγειες τις στοές του κόσμου: «τρίζει ο φλοιός της γης και απ’ τις ρωγμές αποκαλύπτεται η άλλη, η κρυφή κι αθέατη απ’ τους πολλούς μορφή του κόσμου» και «πέρα απ’ την οφθαλμαπάτη τάχα ενός ουράνιου επάνω πολύφωτου (8)» συντονιζόμαστε «στη μυστική κοσμογονία της αόρατης μορφής του σύμπαντος, και πίσω απ’ το σύμπαν, του αστρικού μας πεπρωμένου. Ταυτόσημοι με την ποιητική μας δημιουργία». «Να επιβάλουμε εμείς την αυθεντική κοσμική αντεικόνα μας» (9).
Λέει ο Σωκράτης (του Ξενοφώντα) πως οι γλύπτες κατόρθωναν να δίνουν ζωή στα έργα τους, επειδή μιμούνταν τις πραγματικές και φυσικές κινήσεις των σωμάτων, χωρίς να παραμελούν φυσικά τις ψυχικές διαθέσεις των απεικονιζόμενων, κυρίως των αγωνιζομένων. Συνομιλώντας με έναν γλύπτη τον ρώτησε μάλιστα πως κατορθώνει να ζωντανεύσει τα γλυπτά. «Ο καλλιτέχνης βρέθηκε σε αμηχανία και έτσι υπέθεσε –κι ο γλύπτης συμφώνησε- ότι η ζωντάνια τους οφείλεται στο ότι κάνει τα έργα του όμοια με τις μορφές των ζωντανών. Και πρόσθεσε: «Λοιπόν με το ν’ απεικονίζεις τα μέρη του σώματος που εξαιτίας των διαφόρων στάσεων έλκονται προς τα κάτω (κατασπώμενα) και προς τα πάνω (ανασπώμενα) και συμπιέζονται (συμπιεζόμενα) και επιμηκύνονται (διελκόμενα) και εντείνονται (εντεινόμενα) και χαλαρώνονται (ανιέμενα), κάνεις τα σώματα να φαίνονται και ομοιότερα προς τα αληθινά και πιο πειστικά;». Αλλά ο καλλιτέχνης μιμείται και τις ψυχικές διαθέσεις των σωμάτων (πάθη). Τα μάτια αυτών που αγωνίζονται τα κάνει απειλητικά, ενώ στα πρόσωπα των νικητών απεικονίζεται η χαρά (Απομν. Γ 10, 6-8)» (10). Θα επιμηκύνω τη μορφή του, σαν τον El Greco, θα τείνει προς τον ουρανό, που είναι άδειος, δίχως τέλος, κι αυτά ενώ ο «ο ήλιος θα εκπέμπει / μες απ’ τον πυρήνα της γης» («24»). Συσπείρωση και διάχυση παντού, στο σώμα, στο σύνολο του έργου, όπως στην ποίηση του, παντού διάχυτη, παντού συσπειρωμένη.
Με το ένα μάτι καρφωμένο στην πραγματικότητα και το άλλο στο «ιδεατό», καθώς και ο Εουτζένιο Μοντάλε («να απαλλάσσομαι έτσι από κάθε βρωμιά / όπως κάνεις θάλασσα εσύ, που χτυπάς στις παραλίες/ ανάμεσα σε φελλούς, φύκια και αστερίες / τα ανώφελα συντρίμμια της αβύσσου σου» (11)), ο Γιάννης Δάλλας κλείνει την Ανατομία του σημειώνοντας σε κάποια αντιστοιχία: «Είμαι παντού διάχυτος παντού συσπειρωμένος» («31»), ως ποιητής, μέσα στην ιστορική βρωμιά των καιρών, μες στους πνευματικούς φελλούς, συμφιλιωμένος με τους δαίμονες του κοιτά την άβυσσο κατάματα, την μεταφυσική, την οντολογική, την ιστορικοκοινωνική άβυσσο, και πιάνει τα συντρίμμια της και αδιάκοπα ξαναρχίζει. «Με όλη τη γήινη διάχυσή μου προς τα πράγματα και την ουράνια συσπείρωση μου προς το σύμπαν. Ασκώντας και δαμάζοντας τη γλώσσα, ώστε πίσω απ’ τους θορύβους και από την αντίμαχη βουή των γεγονότων να παράγω ήχους και ρυθμούς. Και εκεί ψηλά να συλλαμβάνω με τις μυστικές κεραίες μου τη μουσική την κοσμική από σφαίρες αιωρούμενες ουράνιων σωμάτων, πριν από τη σύγκρουση» (12).
Δεν σταματά, πηγαίνει παραπέρα, στο «Σπίτι στην θάλασσα (13)» (πέρα από λυρισμούς και φως), άνθρωπος της πρώτης μετακατοχικής γενιάς, τα φοιτητικά του χρόνια πέσαν πάνω στην κατοχή και τον εμφύλιο, και απαντά στο ερώτημα του Μοντάλε: «Το ταξίδι τελειώνει εδώ»[…] «ρωτάς αν όλα έτσι σβήνουνε»[…] «αν την ώρα που σπάζει το κύμα κλείνει ο κύκλος κάθε μοίρας/ Θα ‘θελα να σου πω πως όχι, πως κοντεύει η ώρα που θα περάσεις πέρα απ’ τον καιρό/ ίσως μονάχα όποιος το θέλει γίνεται μόριο του απείρου / κι αυτό εσύ θα το πετύχεις, ποιος ξέρει, όχι εγώ./ Σκέπτομαι πως για τους πολλούς δεν έχει σωτηρία, / μα κάποιος ας χαλάσει κάθε σχέδιο, / το πέρασμα ας διαβεί / όπως τον θέλει ας ξαναβρεί τον εαυτό του (14)». Κι αυτός ο κάποιος που χαλάει κάθε σχέδιο, ο προγραμμένος βιολογικά, ιστορικά, γιατί όχι και μεταφυσικά, είναι ο Δάλλας, που έτοιμος από καιρό, καθώς θέλει, συναντά στην οριστική του παύση τον σιαμαίο του αδελφό, στο μαύρο άπειρο, στο αστρικό το σύμπαν, τα χημικά στοιχεία της απόκοσμης του εκδοχής. «Και τότε σκύβοντας απάνω από τα φιλιατρά αντίκρυσα στην τρικυμία του βυθού τα πρώτα μου χαρακτηριστικά αλλοιωμένα. Και όταν ηρέμησε ο βυθός, είδα να σχηματίζεται η μορφή και σκύβοντας ακόμα πιο βαθιά την αναγνώρισα. Ο σιαμαίος αδερφός σου, είπα στην ύπαρξη, που με τη γέννηση αποκόπηκε απ’ τη μήτρα κι από τότε συνεχίζει εκεί κάτω την υπόγεια διαδρομή του» (15). Μα αφού δεν ασπάζεται την άποψη των ορφικοπυθαγορείων και του Πλάτωνα ότι το σώμα είναι ο τάφος της ψυχής (είναι εμφανές στο σύνολο του έργου του), πως λύνει το μυστήριο που δεν λύνεται, καθώς δεν διέπεται από έναν τόσο ριζικό και γιατί όχι αφελέστατο δυισμό; Δεν την αντέχει άλλη μεταμόρφωση και με τη μετάθεση του προβλήματος το πρόβλημα δεν λύνεται. Ως τεχνουργός, έχοντας περάσει απ’ το εγώ στην ύπαρξη και μετά στην συνύπαρξη, με την ποίηση επανεκφράζει τη ζωή και το σύμπαν, θριαμβεύει επί του ά-λογου. Η ποίηση εμφανίζεται ως επανέκφραση της πραγματικότητας. «Η πρώτη και η τελευταία της έκφραση: η προέκφραση και η μετάεκφραση της. Προέκφραση γιατί γεννήθηκε και είναι έτοιμη να ξαναγεννηθεί και να αναπηδήσει, όπως η πρώτη φλέβα του νερού απ’ τα βράχια και η πρώτη κίνηση της ζωής από τα αμινοξέα. Να αναπηδήσει από την κοινή ρίζα και τους νευρώνες του σύμπαντος. Από τότε που ο κόσμος δεν είχε ακόμη ψυγεί και στερεοποιηθεί και γίνει επίπεδος και εύκολα αναγνωρίσιμος. Κόσμος του πανάρχαιου γόνου, με την ύλη του σε αιώνια αναζωογόνηση και εκπύρωση και τη γη σε γεωλογική αναστάτωση και ανάταξη» (16).
Διέπεται αδιάκοπα από την ιδέα του θανάτου. Όπως ο Πίνδαρος στους θρήνους του, συγκλονίζεται δια βίου από το γεγονός ότι ο θάνατος δεν κάνει διακρίσεις (17), βιολογικά και ιστορικά: «Τώρα είσαι γυμνός σαν πρωτόπλαστος και το δρεπάνι τ’ ουρανού σου λιγνεύει», («9») και τον βιώνει επίσης άμεσα το 1944: «Σαν σήμερα, τότε… Στις ίδιες αφύλακτες διαβάσεις, Ισαύρων, Τσιμισκή και Βουλγαροκτόνου. Από την κορυφή του Λυκαβηττού αραιωμένες ριπές πολυβόλου. Έλυσε τα δάχτυλα και τρέχοντας πρώτη θερίστηκε στη μέση της λεωφόρου. Κι αυτός όρθιος να ουρλιάζει. Γύρω του οι σφαίρες βροχή, αλλά καμιά δεν γάζωνε τη φωνή του. Με το μπουφάν της στα χέρια του» (18). Αγαπά τη ζωή και τη θεωρεί αγαθή, χωρίς να λησμονεί ποτέ τον θάνατο («Μακρυά απ’ τις όχθες του Ιλισού που πας;», «Το μακροβούτι σου στον Αχέροντα», «Στο βάθος η σκιά μιας γυναίκας καμινάδα (19) [η προαναφερθείσα νεκρή] που ακόμη καπνίζει»). Μυημένος, όπως οι μυημένοι στα Ελευσίνια μυστήρια, εμφανίζεται «ευτυχισμένος», ως «εξερευνητής βυθών», λατρεύοντας τις «κατόψεις», «γιατί κατέχει μια βαθύτατη γνώση γύρω απ’ την αφετηρία της ανθρώπινης ζωής και το τέλος της» (20). Μια μακαριότητα που συνδέεται με τη μύηση και όχι απαραίτητα με την καλοσύνη. Ποια καλοσύνη άλλωστε; «Αλλοιωμένοι πηγαίνομε κάθε πρωί / Βασανιστές και βασανιζόμενοι», «Η άλωση μας έγινε Αενάως θα γίνεται / Σ’ αυτά τα τετράγωνα» («12»), «Ζω σε μια αλλοιωμένη γη» («13»). «Στα νησιά των μακάρων το φως αγκυλώνει σαν συρματόπλεγμα» («8»), «Κι ύστερα ο ορίζοντας συρματόπλεγμα / σαν τους ιστούς μιας αράχνης ακίνητης μες στο φώς» («7»), δεν έχει άλογα και μουσικές όπως στον Πίνδαρο (fr. 114b) και «έξω απ’ το ρεύμα του καιρού» έλκεται προς τα κάτω, «αποκηρυγμένος απ’ όλους σαν έκλειψη στα σαγόνια δύο βράχων / περιμένει ένα θαύμα να ξαναχυθεί μες στους δρόμους ακάθεκτος / σαν ένας βράχος στην αγκαλιά του σεισμού // Μα πίσω του ο εμετός της θάλασσας», ως η ιστορία που δεν σταματά, το πραγματικό που επιθυμώντας το ή μη σε περιέχει: «Δεν έλπιζε να βρει το σπίτι του σε τέτοια παραμόρφωση Δεν αναγνώριζε τα πρόσωπα που αγάπησε καθώς η φωτεινή λωρίδα του ‘δειχνε κάθετα δάχτυλα στα χείλη Ίσως και να ξεχώρισε το βλέμμα τους που καταβρόχθιζε την ύλη του αστυνομικού δελτίου […] Προχώρησε κι αντίκρυσε τα κάδρα του ως την οροφή αλλοιωμένα Είδε το φως ν’ ανάβει πυρκαγιές τη θάλασσα να χύνεται στο πάτωμα δρόμους να γίνονται αδιέξοδα […] Είναι κι αυτή μια παρωδία σκέφτηκε και γύρισε το διακόπτη του ραδιοφώνου Μα η φωτεινή εκπομπή δεν έσβησε σα να ‘παθε εμπλοκή ο καθημερινός του χρόνος Κι έμεινε μόνος μες στις ειδήσεις του Μεσονυκτίου» («5»). Κι αλλού αντίστοιχα: «το σώμα της [ιστορίας] και το σώμα μας ασύμπτωτα μεταξύ τους, σαν δύο ξένα εν ψυχρώ ενεργούμενα» (21).
Το ιστορικό συνεπώς διαπλέκεται αδιάκοπα με το οντολογικό, όπως αλλού ή αντίστοιχα το προσωπικό με το συλλογικό. Απ’ την άλλη «Το σώμα των πάντων υποτάσσεται στον παντοδύναμο θάνατο, ζωντανό απομένει το αιώνιο είδωλο. Γιατί μόνο αυτό προέρχεται απ’ τους θεούς. Και κοιμάται ενώ το σώμα ενεργεί» (22) και το οντολογικό έτσι αποπειράται αδιάκοπα να κυριαρχήσει. To είδωλον, η ψυχή «κοιμάται»: «ο σιαμαίος αδερφός σου, είπα στην ύπαρξη, που με τη γέννηση αποκόπηκε απ’ τη μήτρα», ενώ το σώμα λειτουργεί και τεχνουργεί δια βίου στον Δάλλα, κι ενώ «συνεχίζει εκεί κάτω την υπόγεια διαδρομή του», σώζεται και η ανθρώπινη δραστηριότητα, μέσω της τεχνουργικής και της σημασίας της, και υποθέτει υιοθετώντας το ενδεχόμενο της μελλοντικής συνάντησης, την οριστική επανένωση, τη μεταφυσική λύση του δράματος και του αδιεξόδου της εγκόσμιας μας περιπέτειας. Το σώμα δρα, ενώ η ψυχή κοιμάται (23). Έξω βέβαια απ’ την ατμόσφαιρα της γης, πρώτα σκάζουν τα πνευμόνια κι έπειτα η καρδιά και όλα αυτά ενώ βράζουν τα υγρά του σώματος μας. «Σήμερα έρχομαι να αναγγείλω / Πως ο ήλιος εκπέμπει / -Παρακαλώ μην εκπλήττεσθε- / Μες απ’ τον πυρήνα της γης / Ε κ ε ί ανατέλλει και μεσουρανεί / Ο ήλιος ο πραγματικός»/ […] Όταν τον ανεβάζει ο μεταλλωρύχος / Το σώμα του ορμά ορχεοειδές/ Λάμπει μ’ εκτυφλωτική γονιμότητα / Μα πώς να πείσω την τυφλή εποχή/ Την ηλεκτρική εταιρεία τον αναμορφωτή / Πώς να πείσω αυτόν τον μακρόχειρα / Που έχει το θράσος να παρασταίνει / τον κομμωτή των επαναστάσεων;» («41»). Ευτυχισμένος δεν υπήρξε φυσικά εν τέλει ο Σίσυφος (24) και απ’ τη μεταφυσική «αλήθεια» επιστρέφουμε και πάλι στον χρόνο τον ιστορικό, όπου και εκεί «η αλήθεια διάτρητη από νικητές κι από νικημένους μύριζε πτωμαΐνη» (25). Σισύφεια τελικά και η μετάβαση απ’ το οντολογικό στο ιστορικό, δεν έχει τελειωμό. Ποιος ο Σίσυφος και ποια η πέτρα;
Έτσι, αδιάκοπα τα παραπάνω συνδυάζονται, προσγειώνονται και στην ιστορική μας συγκυρία. Εν μέρει μάς πλακώνει: «Μέσα σ’ αυτές τις κακουχίες τ’ ανεμόβροχα και τις ριπές φτύνοντας μια-μια τις λέξεις έμεινε λάμποντας ψηλά σαν φέτα φεγγαριού ο πνεύμονας του ποιητή Κι ο κριτικός τον γύρευε με μάτια τηλεσκόπια» («30»). Αξιώνω μια κάποια πρόσληψή. Σας τον φέρνω στην δική μου εκδοχή.

Η σμίλη μου δεν βγάζει χρώμα, επιστρέφω στο γλυπτό μου, κάθε φορά πιο δυνατός, πιο σίγουρος. Τα χέρια μου δυναμώνουν. Το βλέμμα μου δεν σταματά στις επιφάνειες. Η προτομή είναι έτοιμη. Στο μυαλό μου έχω τελειώσει και με τα υπόλοιπα. Ωστόσο δεν είναι αρκετή μια ζωή ώστε να κάνω τουλάχιστον ένα μέρος απ’ αυτά που μου συμβαίνουν, που βλέπω ορθωμένα μπρος μου και βουρκώνω. Φυσικά δεν μπορώ να μείνω εδώ. Συνεχίζω. Θα τον συναντήσω. Δεν μπορώ να του πάω μια προτομή. Πρέπει να φύγω προς τα πίσω, ο ίδιος ρέπει εξάλλου προς τη σύνθεση, προς τα εκεί θα κινηθώ και εγώ. Ας δω λοιπόν το σώμα. Κατεβαίνοντας την πέτρα πηγαίνω στα χέρια. Πρέπει να τα τραβήξω, μακριά και μυώδη, να πετάγονται οι φλέβες, να προσθέσω νύχια αιχμηρά αρπαχτικού, έτοιμα από ψηλά στις κατόψεις να ορμήξουν, μα και απ’ το σκάψιμο, μες στις στοές, στα μεταλλεύματα, αλλιώτικα δάχτυλα χαλκέντερου ανθρώπου, γυμνασμένα. Χέρια που έχουν δουλέψει σε στήλες επιτύμβιες, ανθρώπων και καιρών, συγχρόνων και περασμένων, χέρια που καλλιέργησαν εκτάσεις που ενώνουν εποχές, τους φέρνουνε μπροστά μας στις στέρεες εκδοχές τους, συστρέφονται σαν άνθη μες στο φως, είναι τα ίδια φως, χέρια ταγμένου τεχνουργού, αντίστοιχα ενός Χαλεπά, ενός Μπουζιάνη. Χέρια που μεταπλάθουν έναν κόσμο που συμβαίνει, χέρια που τον αλλάζουν και γίνονται μέρος του.
Πρέπει να περάσω στη στάση του σώματος. Συνθετική επιμένει να μου φέρνει στο νου το σύμπλεγμα του Λαοκόωντα. Τα φίδια των καιρών ιστορικά μα και μεταφυσικά, περνούν στους μύες την αγωνία μιας συνείδησης που λάμπει, που καλύπτεται στην διαύγεια της απ’ το εγκόσμιο μυστήριο και γίνεται η ίδια το μέγιστο μυστήριο όλων. Το σώμα γέρνει και η κίνηση προκύπτει από το βάρος, από τον «νόμο που αλυσοδένει τα πλάσματα σε μια ύπαρξη και τα κάνει να υποφέρουν». Σώματα εγκλωβισμένα που αναρωτιούνται, που είναι τα ίδια το αβάσταχτο ερώτημα: «Προς τι αυτή η αιώνια παγίδα που τα κάνει να αγαπούν τη ζωή, η οποία όμως είναι τόσο επώδυνη; (26)». «Σταθείτε μπροστά στον Λαοκόωντα και δείτε τη φύση σε πλήρη εξέγερση και απόγνωση. Ο τελευταίος οξύς πόνος του στραγγαλισμού, η απελπισμένη πάλη, ο σπασμός που ξετρελαίνει, η επενέργεια του διαχεόμενου δηλητηρίου, η βίαιη αναταραχή, η παρεμποδισμένη κυκλοφορία του αίματος, η ασφυκτική πίεση και ο θάνατος από παράλυση» (27). Προχωρώ παρακάτω. Το σώμα δεν πρέπει να θυμίζει τους Αστούς του Καλαί μα τη στάση αυτού που τους υποδέχεται, όχι όμως σ’ έναν τόπο ιστορικό ή πολιτικό, αλλά μεταφυσικό, σμιλευμένο απ’ την κοινή μας φαντασία. Έναν τόπο βαθύ, απροσμέτρητο και άκεντρο, με «γαλάζιες στοές / προτομές από σπάνιους λίθους και κρύσταλλα»(28) κι άλλοτε σιδερίτη και με «γέλια φλωρεντινά κωνσταντινάτα» (29). Ωστόσο, από εκεί επιλέγει τελικά και κατεβαίνει πάλι στον ιστορικό χρόνο. Να γίνει μέρος της γενιάς του, να καταγράψει μια εποχή, την εποχή του: «Μετά ταξίδευε σ’ ένα τούνελ κι εκεί στην άκρη του ένα κομμάτι φεγγάρι / Ήταν ο κλειδούχος με το φανάρι κι η πολιτεία οληνύχτα του ανήκε σαν θέαμα / […] Γύρισε κι είδε τη διχασμένη γενιά του μια ατελείωτη αλυσιδωτή έκρηξη / Και σάλταρε μες στη μέρα σαν το μαμούθ ενός τσίρκου που πήρε φωτιά» («18»). Σαν το μαμούθ, προ-ιστορικός, μέσα στη μέρα, στον καιρό του, σάλταρε, δηλαδή κατέβηκε απ’ το υπερπέραν, ο κλειδούχος που βλέπει τη λύση στο βάθος του τούνελ, με το άνω βλέμμα του, φέρνει τα αστρικά στο ύψος του βλέμματος του και επιλέγει τη γενιά του που ανατινάσσεται αλυσιδωτά εκρηκτική μες στις εκρήξεις της εποχής. Κι έτσι προσθέτει το επόμενο ποίημα: «Τέρμα τα άλλοθι η θέση σου είν’ εκεί με το θύτη / Δεν είσαι το χταπόδι που το ‘δειρε η θάλασσα / Παρά σε ξεραίνει ο ήλιος σ’ αυτά τα πλακόστρωτα / Ένας με τους πολύποδες της Συντροφιάς» («19»). Έτσι νομίζω πως πρέπει να κατανοήσει κανείς και την εναρκτήρια πρόταση της συλλογής: «Καιρός να παραδώσω την κατάθεση μου» («1»). Ένας άνθρωπος που κ α τ ε β α ί ν ε ι (30) στην ιστορία.

«Καιρός να παραδώσω την κατάθεση μου: / Όπως όταν ακούγεται από μακρυά βροντή ή πυροβολισμός εφόδου / Και διαλύεται η παρέλαση σαν φίδι με φολιδωτήν ουρά στο ρίγος του μεσημεριού / Άδειασε τότε η πολιτεία κι έμεινε η κεντρική πλατεία με τα δέντρα της δεκατισμένα / Με τις σημαίες πατημένες τις κραυγές της στον αγέρα ασπρόρουχα του πανικού / Κι έγινε η νύχτα ποταμός απ’ όπου στης αυγής τα ξέφτια αναδυόμενα / Τα τανκς με βήματα βαρεία τεντώνοντας την προβοσκίδα τους // Σαν ιπποπόταμος της λεωφόρου.»

Ακούω ακόμη τον ήχο του σμιλεύματος. Το ποίημα τόσο χωνεμένο. Σφιχτό. Κρυπτικό μα αποκαλύπτεται. Όλες οι λέξεις τόσο φορτισμένες. Η καθεμιά, μόνη της μα και στους συνδυασμούς της αποκτά νέες δυνατότητες: «Κι έγινε η νύχτα ποταμός», «απ’ όπου στης αυγής τα ξέφτια αναδυόμενα», διάβαζε αργά και ορθώνεται το ποίημα, τρισδιάστατο έργο, γλυπτό, κινηματογραφικό, με μουσικές, έργο ζωγραφικής με τόσο βάθος, και το ποτάμι, νύχτα ποταμός, και ο Ηράκλειτος με το αδύνατο της επανάληψης, και η μάνα του Κίτσου που λιθοβολεί τον ποταμό και ο γιος που προτάσσει τη ζωή, μάνα λωλή μάνα τρελή, ποια άρματα…, και ο χρόνος γραμμικός, ανέκκλητος της ύλης ο κατακλυσμός, οριστικός, της φύσης ο χρόνος κυκλικός μα η συνείδηση του προσώπου διαλύεται, στον θάνατο (από βιολογικά, φυσικά ή ιστορικά αίτια), τι σκάνδαλο το τέλος του προσώπου, «τα τανκς με βήματα βαρειά» ορθώνονται, ακούγονται «τεντώνοντας την προβοσκίδα τους / Σαν ιπποπόταμος της λεωφόρου» γιατί όχι και υπο-πόταμος, άλλοι εδώ οι συνειρμοί, άλλου τύπου μαγεία, σταμάτημα αντι-διαλεκτικό και να συντρίβεσαι, να αδειάζει η πολιτεία: «Άδειασε τότε η πολιτεία κι έμεινε η κεντρική πλατεία με τα δέντρα της δεκατισμένα», «ασπρόρουχα του πανικού», με τα εσώρουχα μας δηλαδή να μας πιάνει ανέτοιμους (μέσα στον έρωτα, την υπέρτατη μέση αγωνία, και στη ραστώνη), πως αλλιώς, το ιστορικό το γεγονός, με άσπρο φανελάκι, σε αναλογία κάπως και με το κωμικοτραγικό του πράγματος της επταετούς δηλαδή δικτατορίας με τους δικτατορίσκους της, τέτοιοι δικτάτορες άραγε μας πρέπαν; τι κατάντια, κραυγές, η σημαία πατημένη «με τις σημαίες πατημένες τις κραυγές της στον αγέρα», εδώ κάποιος πόνος μα και απόσταση. Το πρόσωπο δεν πλάθεται σε μια τέτοια πολιτεία μα στων «Ιδεών την Πόλη», ενδοκειμενικά, δια-συγγραφικά, εντός της τέχνης, πλάι σε συμβάντα σφιχτά, συγκεκριμένα, πλάι σε πρόσωπα-τεχνουργούς, ανθρώπους ταγμένους, συνεπείς, και όχι πλάι σε ρευστά και ανέτοιμα ετοιμόρροπα προσωπίδια που αποτελούν ομοιόμορφα σύνολα συντονισμένα σε ήχους εξωτερικούς, μη βιωμένους, ασχημάτιστους ουσιαστικά, χυμένες μάζες, μορφές φιδίσιες: «Και διαλύεται η παρέλαση σαν φίδι με φολιδωτήν ουρά στο ρίγος του μεσημεριού», «Όπως όταν ακούγεται από μακριά βροντή ή πυροβολισμός εφόδου».
Ακούγεται πάλι ο ήχος του σμιλεύματος. Προσωπικός κι όχι σαν τον πυροβολισμό μιας εφόδου ή μιας μακρινής βροντής. Το χέρι σταθερό. Τα σωθικά όμως του ποιητή τρίζουν. Τα δόντια του αγάλματος επίσης. Τον φαντάζομαι να τρίζει τα δόντια του στον ύπνο, να τον ακούει η οικογένεια και να ξυπνά. Η οικογένεια του εμφανίζεται στην Ανατομία¸ ο γιος του ο Κωνσταντίνος, ο κληρονόμος κλουβιών, κλουβιών όμως με ανοιχτές τις πόρτες: «Πετάγομαι μες απ’ την πάχνη του ύπνου και φωνάζω στο παιδί Φυλάξου Κωσταντίνε μου Εσύ ‘σαι κληρονόμος των κλουβιών μη μας κοιτάς με φρίκη τώρα που ένας ένας ημερέψαμε Να πάρε το ραβδί και φύτεψε το μες στην άνυδρη αγορά μπορεί και να πετάξει ένα κλαδί Μπορεί πριν να σφυρίξει η σφαίρα ν’ ακουστεί μια τελευταία φωνή που δεν εξαγοράζεται/ Μπορεί» («26»). Αυτοί που τάχα ημερέψαν ένας-ένας, που ο καθένας με τον τρόπο του κατόρθωσε σχεδόν το ακατόρθωτο, δηλαδή έδωσαν ραβδιά που γίνονται κλαδιά με φύλλα και δέντρα τελικά, που ριζώσαν καλά στην γενιά του μεσοπολέμου, και αναπτύχθηκαν έτσι περισσότερο (βοηθά και η αρνητική ιστορική συγκυρία), και ήδη σκιάζουν θετικά τις επερχόμενες γενιές, μπολιάζοντας και γονιμοποιώντας τες. Αυτή είναι η πρώτη μετακατοχική γενιά που ονομάζεται στο ποίημα: «Επειδή είμαι ο Γιάννης ο τυφλός οιωνοσκόπος και μου δείχνει ένα παιδί πως στρίβει το κλειδί» (σε αντίθεση με τον γέρο τυφλό Τειρεσία που έχει το κλειδί στην Έρημη χώρα του Τ.Σ. Έλιοτ (31)), ένα κλειδί από ένα κλουβί που είναι όπως σημειώθηκε ανοιχτό. «Βγαίνει ο Μιχάλης που τζακίστη πρώτος νεύοντας αντισταθείτε με φτερά αλμπατρός». Πρόκειται φυσικά για τον Μιχάλη Κατσαρό (Κατά Σαδδουκαίων). Μετά «Η Ελένη η Νίκη πόσες νίκες σαν αυγά αντιλόπης κι αποκάτω ο Μαξ ονείρων φαροφύλακας», η Ελένη Βακαλό και ο Τάκης Σινόπουλος (Η γνωριμία με τον Μαξ) αντίστοιχα. «Επειδή ‘σαι εσύ ο Μανόλης σ’ εποχή λιμού κι έμεινε ο Μίλτος ματωμένος και κυνηγός», ο Αναγνωστάκης (Η Συνέχεια 3) και ο Σαχτούρης (Παραλογαίς) εδώ, και τέλος: «Επειδή ‘ναι ο Άρης σε διπλά πριονιστήρια επειδή το δάσος δεν απανθρακώθηκε επειδή…», ο Άρης Αλεξάνδρου (Ευθύτης οδών) (32). Περνάνε οι εκλεκτοί ένας ένας από μπροστά μας.
Και από δω φτάνω στα υποπετρίδια όνειρα και στον «Δήμο Ονείρων» που επανηχεί ως χώρος διασποράς των συντρόφων, σύμφωνα με σημείωση του ποιητή, (33) στη μεσοπολεμική ποίηση του Σεφέρη. Οι «υποπετρίδιοι όνειροι» εμφανίζονται και ως μεταφορά της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς που καταπλακώθηκε απ’ τη γενιά του μεσοπολέμου και από εκεί μπορούμε να πλευρίσουμε το ποίημα «23» με μότο: «Θέ μου πόσα σκιρτήματα / κι η αγκαλιά αδειανή». «Ποια στραταρχική ράβδος / Ποιος αλχημιστής / Μας άγγιξε και μας έκανε μέταλλα / Και να ‘ναι τα αγέννητα στους τροχούς / Με ροδάνθη και πεσμένα φτερά / Τόσες οπλές μες στα έγκατα / Των υποπετριδίων ονείρων;». Μια γενιά που γυρίζει σελίδα και αλλάζει την πορεία της λογοτεχνίας μας, τα κύρια πρόσωπα της οποίας, τα προαναφερθέντα, ο Δάλλας φυσικά, αλλά κι ο Καρούζος, ο Κακναβάτος κι ο Παπαδίτσας συνδυάζουν με νέο τρόπο ιστορικά την αγωνία του προσώπου με την αγωνία της συλλογικής πραγματικότητας, χωρίς να θυσιάζει κανείς φυσικά την ιδιαιτερότητα της οπτικής γωνίας του και της γλώσσας του, μια άνοιξη που πραγματικά ξανασχεδιάστηκε και ανασκευάστηκε: «Να μας έχυνε κάποιος σε νέα καλούπια / Τον μαστιγωτή τον εκμαυλιστή / Τους πολίτες γύψινα αγάλματα / Κι αυτόν εκεί βαλσαμωμένον αδρά / -ο σιδηρούς κομισσάριος!- / Τι φωνασκεί ο ορθόδοξος / Για ποια μοιχαλίδα ζωή / Ποια ποίηση της ήττας ορύεται / Δεν βλέπει που ανασκευάζεται η άνοιξη / Κι απ’ τις παρόδους και τα λαϊκά σινεμά / Με τεράστιους λωτούς ιθυφαλλικοί / Χύνονται στα χυτήρια της ασφάλτου / Ακόμη ορυκτοί με τις μορφές τους ρευστές / καινούργιοι διαμαρτυρόμενοι;».
Τελειώνω πλέον το σώμα του γλυπτού μου, το σύμπλεγμα και κάποιες νύξεις συσχετισμών με άλλα πρόσωπα, που απαιτούν ξεχωριστές συγκριτικές μελέτες. Επανέρχομαι στις τελικές αναλογίες του σώματος. Τις κοιτώ. Οι ισορροπίες των γραμμών, που συναντώνονται και απομακρύνονται, ο ρυθμός, οι ψυχικές διαθέσεις, η κίνηση, όλα στη θέση τους παλλόμενα. Τολμώ μέσα στην τρέλα μου και φεύγω απ’ το σύμπλεγμα και αρχίζω να δουλεύω τον γύρω χώρο, κινούμαι προς μια εγκατάσταση τρισδιάστατη στο σύνολο της, θα κάνω το προσχέδιο, σαν άλλη Πύλη της Κολάσεως, στα 6 μέτρα, 6Χ6, νομίζω για την ώρα θα αρκέσουν. Εκεί θα σταματήσω. Από τη μια μεριά στην άλλη, πλέκω ιστούς αράχνης λεπτούς, σε μια τρομακτική ακινησία, σε συνδυασμούς περιπλεγμένους να σφυρίζουν αδιάκοπα μουσικά καθώς περνά ο αγέρας, σε αυξομείωση: «Γύρευα πόρτες / Ποια πόρτα; / Όλες δικές μου κι άξαφνα ανάρπαστες / Κι απ’ τις παρόδους ν’ ακούγεται η διαδήλωση / Κι εγώ παραπαίοντας με τους συντρόφους τυφλούς / Στενεύοντας τα βήματα μας σε λίγα τετραγωνικά» («7»), και από την άλλη ενώ «έξω γυναίκες μελαγχολικές σαν άλογα της κούρσας / Κλείσε τις γρίλιες γιατί πέφτει ομίχλη σιγανή σα δίχτυ» («11»), εμφανίζω συμπυκνώνοντας μια κοσμική διαδρομή τεθλασμένη, τοπία ιστορικά, κυρίως ορεινά και μεταφυσικά που επιμηκύνονται, καταλήγοντας σε παράλληλες γραμμές, στο ενδιάμεσο που και που «πόρτες μισοφαγωμένες», που τεντώνουν και ετοιμάζονται να σπάσουν, καθώς περνά η ζωή μας μπροστά σαν από παράθυρο κινούμενου οχήματος, πριν από τη συνάντηση ο μορφασμός, η τελική αναπνοή καθώς πλησιάζει ο σιαμαίος αδερφός και επανενώνονται. Ασφυκτική ακινησία, χωρίς αέρα. Μόνο πέτρα. Λευκη.

Με ιστορικο-μεταφυσική διάθεση τώρα διαβάζω: «Όταν ξυπνήσαμε ούρλιαζε από παντού η φωνή: Μιλήστε πιο σιγά Προχωρείτε στα νύχια σας Ξυστά κάτω απ’ τους τοίχους και τις μακρινές αφίσες Εκεί που δείχνει ο δείχτης σε σταθμούς και γήπεδα μεταγωγής Αρχίζει η προγραφή Να μην αναληφθεί κανείς Στα πόδια τ’ όνομα σας Αποθέσατε Τα ρούχα θα τα βρείτε απέναντι στην άλλη ακτή». («4»). Απέναντι κείτονται «οι καταποντισμένοι αρχηγοί», θρησκευτικοί, πολιτικοί, άνθρωποι που ξεχώρισαν με τον ένα ή άλλο τρόπο, θεμιτό ή αθέμιτο και έβρισκαν παρηγοριά στην εγκόσμια δόξα, ποδοπατημένοι από τυφλά συντάγματα, μες στις οπλές, γύψινα εκμαγεία, γύψινοι άνθρωποι, σαν το έργο του Δάλλα και το έργο μου, του το πήγα, δεν είναι από γύψο φωνάζω, σαν κάθε ανθρώπινο έργο που ως παιδί του χρόνου, είναι καταδικασμένο στην φθορά και στον αμετάκλητο οριστικό χαμό, σαν ποτέ τελικά να μην υπήρξε. Γύψινε κόσμε. Ραντεβού στα άστρα. Κι αυτά διαλύονται. Έ και τι? Αυτά έχουμε. Αυτά τραγουδάμε.

Κι όλα αυτά με μια τεχνική δεινότητα και αρτιότητα αντίστοιχη της μουσικής, ω! τι «μετρήματα», επικο-σπαρακτικά, του αντιχορικού του, του 2ου ποιήματος της Ανατομίας.

Τώρα τα τόξα
Διάτρητα
Απ’ άλλα τόξα
Κι όμως παλίνδρομα
Και Κανιβαλικά

Τώρα παλλόμενα
Μες στη φαρέτρα
Ή και σφυρίζοντας
Απ’ τους εξώστες
Διασταυρούμενα
Σ’ όλες τις πόρτες
Τα βέλη αόρατα
Βροχή τα βέλη

Όπως τοξότης
Θερίζοντας
Άλλον τοξότη
Βέλη σκοπεύοντας
Τον σκοπευτή τους
Ο συνωμότης
Τον εξωμότη

Δυό δυό σφαδάζοντας
Μες στις παρόδους
Ή κι αλαλάζοντας
Προς τις εξόδους
Οι διπλοπρόσωποι
Τυφλοί τοξότες.

__________

1 Γιάννης Δάλλας, Από την ύπαρξη στην συνύπαρξη, εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σ.89. Αντιγράφω: «Ένας Απρίλης τριπλός, θα έλεγα, της Έρημης χώρας του Τ. Σ. Έλιοτ, της Απριλιανής δικτατορίας της Ελλάδος (ως βλάβη μονιμότερων συμπλεγμάτων) και της άνοιξης που παύει σε λίγο να σε περιέχει.»
2 Ο.π. σ. 9.
3 Γιάννης Δάλλας, Απ’ τα Κατάλοιπα της Εξαγοράς. 1965.
4 Ο.π. σ. 90.
5 Όπου εμφανίζεται ποίημα με τίτλο αριθμό, πρόκειται για ποίημα απ’ τη συλλογή Ανατομία. Η αρίθμηση είναι της πρώτης έκδοσης, εκδ. Κείμενα του 1971.
6 J.W.Goethe, «Παρατηρήσεις για τον Λαοκοώντα», Περί τέχνης, μτφρ. Β. Τομανάς, εκδ. Printa, β’ εκδ., 2001, σ. 134. Ο Β. Τομανάς μεταφράζει «διαιρέσω» αντί του «διασπάσω» που χρησιμοποιώ εγώ.
7 Πίνδαρος, Πύθ. Ι 41-42.
8 Γιάννης Δάλλας, Από την ύπαρξη στην συνύπαρξη, εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σσ. 78-79.
9 Ο.π. σ. 69.
10 Τάσος Φάλκος-Αρβανιτάκης, Ο ελληνικός αθλητισμός. Ο αθλητισμός ως βασική εκδήλωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, εκδ. Δημ. Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου, β’ εκδ, 2003, σ. 115.
11 Εουτζένιο Μοντάλε, «Αρχαία θάλασσα, μεθυσμένος είμαι από τη φωνή…», από την ενότητα «Μεσόγειος», Ανθολογία Ιταλικής ποίησης, μτφρ. Σ. Παστάκας, Γ.Η. Παππάς, εκδ. Οδός Πανός, 2011, σ. 63.
12 Γιάννης Δάλλας, Από την ύπαρξη στην συνύπαρξη, εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σ. 86.
13 Ποίημα επίσης του Ε. Μοντάλε, αλλά και έμμεση αναφορά στις δύο πρώτες συλλογές του Ο. Ελύτη, (Προσανατολισμοί και Ήλιος ο Πρώτος).
14 Ε. Μοντάλε, «Σπίτι στην θάλασσα», μτφρ. δική μου με αρκετά στοιχεία απ’ τη μτφρ. Δ. Νικολαρεϊζη.
15 Γιάννης Δάλλας, Από την ύπαρξη στην συνύπαρξη, εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σσ. 9-10.
16 Ο.π. σσ. 82-83.
17 Η φονική Χάρυβδη είναι το τελευταίο τέρμα όλων των πραγμάτων (fr. 17). Πρβλ. και Horat. Carm,I 28, 15 sed omnis una manet nox [όλους μας περιμένει η ίδια νύχτα].
18 Γιάννης Δάλλας, Χρονοδείκτες, εκδ. Γαβριηλίδης, 2004, σ. 11.
19 Απ’ την Υψικάμινο του υπερρεαλισμού του Εμπειρίκου (μεσοπόλεμος) εδώ περνάμε στην καμινάδα της νεκρής που αδιάκοπα καπνίζει (1η μετακατοχική γενιά), «σφυρίζοντας» φυσικά «χρεωκοπημένα συνθήματα», μετά το τέλος της αφέλειας «πήγαινε προς τ’ ακραία νησιά» («8»).
20 Ο Κλήμης απ’ την Αλεξάνδρεια μάς πληροφορεί ότι ο Πίνδαρος λέει τα παραπάνω. Βλ. Τάσος Φάλκος-Αρβανιτάκης, Ο ελληνικός αθλητισμός. Ο αθλητισμός ως βασική εκδήλωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, εκδ. Δημ. Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου, β’ εκδ, 2003, σ. 158.
21 Γιάννης Δάλλας, Χρονοδείκτες, εκδ. Γαβριηλίδης, 2004, σ. 14.
22 Πίνδαρος, fr. 116.
23 Στον Πίνδαρο έτσι το σώμα –κι όχι η ψυχή- είναι υπεύθυνο για τα έργα εκείνα με τα οποία ο άνθρωπος κερδίζει τη δόξα και την εύνοια των θεών. Βλ. Τάσος Φάλκος-Αρβανιτάκης, Ο ελληνικός αθλητισμός. Ο αθλητισμός ως βασική εκδήλωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, εκδ. Δημ. Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου, β’ εκδ, 2003, σ. 160.
24 «Πως μπορείς να φανταστείς πως υπήρξε ευτυχισμένος εν τέλει ο Σίσυφος;» Γιάννης Δάλλας, Χρονοδείκτες, εκδ. Γαβριηλίδης, 2004, σ. 14.
25 Ο.π., σ. 22.
26 Auguste Rodin, Η τέχνη, επιμ. Α. Τσικουδής, μτφρ. A. Karolczak, Γ. Αραμπατζής, εκδ. Printa, β’ εκδ., 2006, σ. 182.
27 J.W.Goethe, Περί τέχνης,μτφρ. Β. Τομανάς, εκδ. Printa, β’ εκδ., 2001, σ. 86.
28 Γιάννης Δάλλας, «Τ’ αστέρια», Αποθέτης, εκδ. Γαβριηλίδης, β’ εκδ. 2005, σ. 17.
29 Ο.π., «Φιόρη, 34», σ. 54.
30 Ενδεχομένως και κατά το «Κατέβηκα χθες στον Πειραιά με τον Γλαύκωνα, τον γιό του Αρίστωνα» του Πλάτωνα, Πολιτεία, Βιβλίο Ι.
31 Πολύ ενδιαφέρουσα αντίθεση επίσης μεταξύ της γενιάς του Γ. Δάλλα και του Γ. Σεφέρη (της πρώτης δηλαδή μετακατοχικής γενιάς και της γενιάς του μεσοπολέμου), όπου ο Τειρεσίας θα μπορούσε να ιδωθεί ως ο γερασμένος δυτικός-ευρωπαϊκός πολιτισμός. Καταπληκτική στιγμή που συνοψίζει νομίζω την διαφορετική στάση των δύο γενεών σε μια εποχή μεταιχμιακή που καθορίζει και συνοψίζει τις δυνατές στάσεις όσων έπονται απέναντι στον ιστορικό τουλάχιστον χρόνο. Σ’ αυτό το κλίμα εντάσσεται και ο στίχος: «Ποια ποίηση της ήττας ορύεται» και ολόκληρο το ποίημα «23», απ’ την έκδοση των Κειμένων του 1971.
32 Οι φράσεις-σήματα: «αντισταθείτε», «ο Μαξ ονείρων φαροφύλακας», «εποχή λιμού», «ματωμένος και κυνηγός» και «διπλά πριονιστήρια», συναντώνται στις συλλογές που αναφέρονται εντός των παρενθέσεων.
33 Στη συγκεντρωτική έκδοση της Νεφέλης του 1990.
______________

Το παρόν αποτελεί μέρος μιας σειράς δοκιμίων που αφορούν την ποιητική του Γιάννη Δάλλα. Για την ώρα έχουν δημοσιευτεί τα ακόλουθα:

«Το μισοφαγωμένο πρόσωπο της Θεότητας. Από την σήψη ως κυβερνήτη του στερεώματος στο πλάσιμο εγκόσμιων οραμάτων. Οι Εφτά Πληγές (1950) του Γιάννη Δάλλα», περ. Εμβόλιμον, τχ. 63-64, Χειμώνας-Άνοιξη 2012.

«Απ’ τη δαιμονοπληξία στην πανοραμική αίσθηση των ανθρωπίνων κι απ’ την ιστορία στην μυθο-ποιητική. Η Απόπειρα Μυθολογίας (1952) του Γιάννη Δάλλα», περ. Θέματα Λογοτεχνίας, τχ. 46, Ιανουάριος-Απρίλιος 2011.
«Ο Ανέκκλητος κατακλυσμός της Ύλης. Απ’ τα Κατάλοιπα της Εξαγοράς (1965) στις Πόρτες Εξόδου (1962) του Γιάννη Δάλλα», περ. Poeticanet, τχ. 15, 2011.
«Από την απογείωση στη γείωση στον Αποθέτη (1993) του Γιάννη Δάλλα, περ. Πόρφυρας, τχ. 140, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011.
«Η χωρική συσπείρωση του χρόνου: Απ’ τα «Ακραία» (Στοιχεία Ταυτότητας, 1999) στην «Κατάβαση» (Γεννήτριες, 2004) του Γιάννη Δάλλα. Μετάληψη, περ. Πόρφυρας, τχ. 140, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου